Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ογκολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ογκολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανακαλύφθηκαν βακτήρια που σχετίζονται με τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη

 
Επιστήμονες στη Βρετανία εντόπισαν στα ανθρώπινα ούρα βακτήρια που συνδέονται με τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη. Η ανακάλυψη μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους διάγνωσης, πρόληψης και θεραπείας της νόσου, μίας από τις συχνότερες μορφές καρκίνου στους άνδρες.

   Δεν είναι, όμως, ακόμη βέβαιο ότι τα ίδια τα βακτήρια είναι υπεύθυνα για τον καρκίνο του προστάτη ή για τη ραγδαία επιδείνωσή του. Εάν, πάντως, αυτό επιβεβαιωθεί, τότε πολλές ζωές ασθενών πιθανώς θα σωθούν στο μέλλον.

   Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Νόργουιτς, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ευρωπαϊκό περιοδικό Ουρολογίας-Ογκολογίας «European Urology Oncology», σύμφωνα με το BBC και τις βρετανικές «Γκάρντιαν» και «Ιντιπέντεντ», σχεδιάζουν νέες έρευνες για να δουν κατά πόσο η εξάλειψη των βακτηρίων μέσω αντιβιοτικών και η αλλαγή του μικροβιώματος μπορεί να προλάβει την εμφάνιση των επιθετικών όγκων.

   Η βακτηριακή λοίμωξη είναι γνωστό ότι εμπλέκεται σε άλλους καρκίνους, με χαρακτηριστική περίπτωση το βακτήριο H.pylori που «ενοχοποιείται» για έλκος και καρκίνο του στομάχου, αλλά η εξάλειψή του με αντιβιοτικά μειώνει τον κίνδυνο. Άλλη ενδεικτική περίπτωση είναι ο ιός HPV που μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

   Ερώτημα, πλέον, αποτελεί σε ποιο βαθμό κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί σε τουλάχιστον ορισμένες περιπτώσεις προχωρημένου καρκίνου του προστάτη, μίας νόσου που δεν είναι πάντα απειλητική για τη ζωή, ιδίως όταν οι όγκοι αναπτύσσονται πολύ αργά και απλώς βρίσκονται υπό επιτήρηση, οπότε πολλοί άνδρες πεθαίνουν μεν με καρκίνο του προστάτη αλλά όχι εξαιτίας του.

   Η μεγάλη πρόκληση για τους γιατρούς είναι η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία εκείνων των ασθενών με επιθετικούς ταχέως εξελισσόμενους όγκους. Οι σημερινές μέθοδοι -κυρίως το τεστ αίματος PSA και οι βιοψίες- δεν μπορούν πάντα να οδηγήσουν σε ασφαλή πρόβλεψη ποιοι καρκίνοι θα αποδειχθούν πιο επικίνδυνοι.

   Η νέα έρευνα μελέτησε περισσότερους από 600 άνδρες με και χωρίς καρκίνο του προστάτη, εντοπίζοντας στις αναλύσεις ούρων πέντε τύπους αναερόβιων βακτηρίων (Peptoniphilus, Porphyromonas, Fenollaria, Varibaculum και Fusobacterium) που είναι συχνότερα σε όσους οι καρκίνοι πρόκειται τελικά να γίνουν επιθετικοί. Οι άνδρες που είχαν ένα ή περισσότερα από αυτά τα είδη βακτηρίων στα ούρα τους εμφάνιζαν σχεδόν τριπλάσια πιθανότητα -σε σχέση με όσους ασθενείς δεν είχαν τέτοια βακτήρια- ο αρχικός καρκίνος του προστάτη τους να εξελιχθεί σε προχωρημένο.

   Η ερευνήτρια δρ Ρέιτσελ Χερστ δήλωσε ότι «ανάμεσα στα πράγματα που δεν γνωρίζουμε, ακόμη, είναι πώς οι άνθρωποι αποκτούν αυτά τα βακτήρια και κατά πόσο αυτά όντως προκαλούν καρκίνο ή αν απλώς μία ανεπαρκής ανοσιακή απόκριση επιτρέπει την ανάπτυξη των βακτηρίων. Όμως, ελπίζουμε ότι τα ευρήματά μας και η μελλοντική έρευνα θα οδηγήσουν σε νέες θεραπευτικές επιλογές που θα μπορούν να επιβραδύνουν ή και να προλάβουν τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη πριν αναπτυχθεί. Η εργασία μας μπορεί, επίσης, να θέσει τα θεμέλια για νέα τεστ που θα χρησιμοποιούν τα εν λόγω βακτήρια για να προβλέψουν την πιο αποτελεσματική θεραπεία για τον καρκίνο κάθε άνδρα».

   Ο επικεφαλής ερευνητής, καθηγητής Κόλιν Κούπερ, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου East Anglia ανέφερε ως πιθανό ότι μερικά από αυτά τα βακτήρια παράγουν ορμόνες που ευνοούν την ανάπτυξη επιθετικών καρκινικών όγκων. Από την άλλη, επεσήμανε ότι «τα αντιβιοτικά δεν εισδύουν πολύ καλά στον προστάτη, ενώ πρέπει να επιλεχθεί ένα αντιβιοτικό που θα σκοτώνει μόνο συγκεκριμένα βακτήρια», καθώς κάποια βακτήρια είναι ωφέλιμα και δεν θα έπρεπε να εξαλειφθούν.

Ογκολογικοί ασθενείς - Οδηγίες από την ASCO (American Society of Clinical Oncology- Αμερικανική Επιστημονική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας)



Η ASCO λαμβάνει υπόψη της την έκθεση της WHO-China (Report of the WHO-China Joint Mission on Coronavirus Disease 2019 (COVID-19) που δημοσιεύθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2020. 
Η έκθεση αυτή δείχνει ότι στην Κίνα το ποσοστό θνητότητας για τους ασθενείς με καρκίνο ως συνυπάρχουσα κατάσταση και εργαστηριακά επιβεβαιωμένη μόλυνση ήταν 7,6%. Αυτό είναι συγκρινόμενο με: συνολικά 3,8%, μη συνυπάρχουσα κατάσταση 1,4%, καρδιαγγειακή νόσος 13,2%, διαβήτης 9,2%, υπέρταση 8,4%, χρόνια αναπνευστική ασθένεια 8,0%. 
Επίσης, σύμφωνα με την ASCO, η πιο λεπτομερής διαθέσιμη έκθεση που παρέχει δεδομένα σχετικά με την πορεία της ασθένειας COVID-19 σε ασθενείς με καρκίνο συγκριτικά με άτομα χωρίς καρκίνο είναι η δημοσίευση των Liang et al, Lancet Oncol. Σε αυτό το άρθρο που αναφέρθηκε σε μια προοπτική ομάδα 1571 ασθενών με COVID-19, 18 από τους οποίους είχαν ιστορικό καρκίνου, διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς με ιστορικό καρκίνου είχαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών επεισοδίων σε σύγκριση με άλλους ασθενείς. Σύμφωνα με την αλληλογραφία από τους Xia et al (Xia et al, Lancet Oncol), αυτοί οι 18 ασθενείς αντιπροσωπεύουν μια ετερογενή ομάδα και δεν αποτελούν ιδανική αντιπροσώπευση ολόκληρου του πληθυσμού ασθενών με καρκίνο.
H American Society of Clinical Oncology συμβουλεύει τους ογκολογικούς ασθενείς:

Διαχείριση ασθενών με καρκίνο και COVID-19 (από το Υπουργείο Υγείας της Γαλλίας)

Με την από 25 Μαρτίου 2020 δημοσίευση στο περιοδικό The Lancet Oncology οι You και συνεργάτες δημοσίευσαν τις επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες του Υπουργείου Υγείας της Γαλλίας. Η αναγκαιότητα αυτών των οδηγιών έγκειται στην αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν επιπλοκές από το αναπνευστικό σύστημα οι ασθενείς με καρκίνο, και κυρίως όσοι λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή/και έχουν υποβληθεί σε χειρουργείο εντός ενός μήνα από τη λοίμωξη COVID-19 (Liang et al. Lancet Oncology 2020; 21:335-37).
Πρώτον, ορισμένα μέτρα πρόληψης μπορούν να εφαρμοστούν στα ογκολογικά τμήματα. Η βασική αρχή είναι οι ασθενείς με καρκίνο και τα ογκολογία ή ακτινοθεραπευτικά τμήματα να αποφεύγουν - όσο το δυνατόν περισσότερο - οποιαδήποτε επαφή με άτομα με COVID-19. Τα τμήματα ογκολογίας και ακτινοθεραπείας θα πρέπει να παραμείνουν ιδανικά χωρίς κρούσματα COVID-19. Εάν, παρά την αρχή αυτή, οι ασθενείς αυτοί είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο, θα πρέπει να απομονώνονται από άλλους ασθενείς με καρκίνο και να απευθύνονται σε τμήματα εξειδικευμένα στον αγώνα κατά του COVID-19 το συντομότερο δυνατό.

Το 32% των ογκολογικών ασθενών δεν έχει πρόσβαση σε γιατρό

Το δικό τους Γολγοθά ανεβαίνουν καθημερινά οι ογκολογικοί ασθενείς, οι οποίοι εκτός από την ασθένειά τους έχουν να αντιμετωπίσουν και ένα «εχθρικό» σύστημα υγείας.

Το 32% των ογκολογικών ασθενών δεν έχει πρόσβαση σε γιατρό, το 28% δεν έχει πρόσβαση στα φάρμακά του, ενώ εκατοντάδες είναι αυτοί που αναγκάζονται να διακόψουν τη θεραπεία τους και αντιμετωπίζουν πρόβλημα συμμόρφωσης με τις υποδείξεις των γιατρών τους.

Σύμφωνα με έρευνα που είναι σε εξέλιξη από τη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και το Σύλλογο Καρκινοπαθών, Εθελοντών, Φίλων και Ιατρών «ΚΕΦΙ» Αθηνών, το 32% των ογκολογικών ασθενών δεν έχει πρόσβαση σε γιατρό, με βασικό εμπόδιο την καθυστέρηση στο κλείσιμο του ραντεβού, την απόσταση και τη δυσκολία μετακίνησης, καθώς πολλοί ασθενείς αναγκάζονται να επισκεφθούν νοσοκομείο άλλης πόλης για να συνεχίσουν τη θεραπεία τους.

ΑΠΟ ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ, ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ...

Φωτογραφική διάταξη προς όφελος «ημετέρων» γιατρών καταγγέλλει η Εταιρεία Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδας (ΕΟΠΕ) στρεφόμενη κατά του νέου πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Υγείας («Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα της Υγείας») και, ειδικότερα, κατά του άρθρου 72 που ορίζει τους όρους χορήγησης του τίτλου ειδικότητας Παθολογικής Ογκολογίας.

Με βάση τη συγκεκριμένη διάταξη δίνεται η δυνατότητα σε παθολόγους να λάβουν τον τίτλο του παθολόγου ογκολόγου, προσκομίζοντας απλώς μια βεβαίωση που να αποδεικνύει ότι εργάστηκαν για τρία χρόνια σε ογκολογικά νοσοκομεία πριν από το 2002.

Νέα θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Ένα ακόμη «όπλο» προστίθεται στη μάχη κατά της λευχαιμίας. Πρόκειται για ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, το οποίο χορηγείται ήδη με επιτυχία στην αντιμετώπιση του μη – Hodgkin λεμφώματος. Το αντίσωμα ριτουξιμάμπη, έχει την ιδιότητα να δεσμεύεται σε μία συγκεκριμένη πρωτεΐνη – το αντιγόνο CD20 – στην επιφάνεια των υγιών και κακοηθών B-κυττάρων και, στη συνέχεια, επιστρατεύει τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας του σώματος για να επιτεθεί και να καταστρέψει τα κακοήθη B-κύτταρα.
Τα βλαστοκύτταρα (προγονικά B-κύτταρα) στο μυελό των οστών δεν διαθέτουν το αντιγόνο CD20, επιτρέποντας έτσι την αναγέννηση των υγιών B-κυττάρων μετά τη θεραπεία και την επιστροφή της συγκέντρωσης των Β-κυττάρων στα φυσιολογικά επίπεδα, ύστερα από μερικούς μήνες.
Οι κλινικές μελέτες έδειξαν η χορήγησή του μειώνει τις πιθανότητες υποτροπών και θανάτου στους ασθενείς με την πιο συχνά εμφανιζόμενη μορφή λευχαιμίας στους ενήλικες: τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία. Με αυτά τα δεδομένα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΕΑ) έδωσε έγκριση για τη χρήση του μονοκλωνικού αντισώματος ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με οποιαδήποτε χημειοθεραπεία για τη θεραπεία ασθενών με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία για τη νόσο. Η επέκταση της ένδειξης βασίζεται στα εντυπωσιακά, ιδιαίτερα σημαντικά αποτελέσματα της διεθνούς μελέτης CLL8, η οποία έδειξε ότι οι ασθενείς που έλαβαν τον συνδυασμό ριτουξιμάμπη με χημειοθεραπεία είχαν διάμεσο χρόνο 40 μήνες έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση υποτροπής ή το θάνατο, σε σύγκριση με 32 μόνο μήνες για τους ασθενείς που έλαβαν μόνο χημειοθεραπεία.
Επί του παρόντος, η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία θεωρείται ανίατη και στόχος της θεραπείας είναι ο έλεγχος της νόσου μέσω της διαχείρισης των συμπτωμάτων και της παράτασης του χρόνου που οι ασθενείς ζουν χωρίς η νόσος τους να εξελίσσεται. Η μελέτη διεξήχθη με ευθύνη γερμανικής επιστημονικής ομάδας, υπό τον Καθηγητή Michael Hallek (Κολονία, Γερμανία).
Σε αυτήν συμμετείχαν 817 ασθενείς από 191 κέντρα σε 11 χώρες. «Τα δεδομένα από τη μελέτη CLL8 υποδηλώνουν ότι η ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία έχει τη δυνατότητα να γίνει η καθιερωμένη θεραπεία για τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία», δήλωσε ο Καθηγητής. Σχετικά με τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία.
Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι η πιο συχνή μορφή λευχαιμίας σε ενήλικες, αποτελώντας το 30%-40% του συνόλου των περιστατικών λευχαιμίας. Η επίπτωσή της είναι τρεις άνθρωποι ανά 100.000, στους δε άνδρες εκδηλώνεται με διπλάσια συχνότητα.
Στην Ελλάδα, εκτιμάται ότι διαγιγκώσκονται περισσότερα από 300 νέα περιστατικά το χρόνο. Το 70% έως 80% των ασθενών διαγιγνώσκονται μετά την ηλικία των 55 ετών, ενώ η μέση ηλικία διάγνωσης εντοπίζεται περίπου μεταξύ των 65 και 70 ετών.
Αν και γενικά θεωρείται νόσος βραδείας εξέλιξης, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών προσβάλλεται από ταχέως εξελισσόμενες μορφές της.
Σχετικά με τη ριτουξιμάμπη
Στην ογκολογία,
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με οζώδες λέμφωμα σταδίου III-IV σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία .
• Η θεραπεία συντήρησης με ριτουξιμάμπη ενδείκνυται σε ασθενείς με ανθεκτικό ή σε υποτροπή οζώδες λέμφωμα, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν σε αρχική θεραπεία με χημειοθεραπεία με ή χωρίς ριτουξιμάμπη.
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών με οζώδη λεμφώματα σταδίου III-IV, που είναι ανθεκτικά στη χημειοθεραπεία ή που είναι στη δεύτερη ή σε επακόλουθη υποτροπή μετά τη χημειοθεραπεία.
• Η ριτουξιμάμπη ενδείκνυται, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία CHOP (κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, βινκριστίνη, πρεδνιζολόνη), για τη θεραπεία ασθενών με διάχυτο μη-Hodgkin λέμφωμα από μεγάλα Β κύτταρα με θετικό CD20.
Επιπλέον, στη ρευματολογία, η ριτουξιμάμπη σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με σοβαρή ενεργό ρευματοειδή αρθρίτιδα, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε άλλα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARD) συμπεριλαμβανομένης μίας ή περισσοτέρων θεραπειών αναστολής του παράγοντα νέκρωσης των όγκων (TNF). Μέχρι σήμερα, η ριτουξιμάμπη έχει χορηγηθεί σε περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ασθενείς παγκοσμίως.

Εντερική πρωτεΐνη δημιουργεί τη βάση για νέο αντικαρκινικό εμβόλιο

Μια πρωτεΐνη που εντοπίζεται μόνο στο έντερο μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία ενός εμβολίου για την αντιμετώπιση των καρκίνων του παχέος εντέρου και ίσως και άλλων όγκων, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Journal of the National Cancer Institute.
Ποντίκια ανοσοποιημένα με την πρωτεΐνη και στη συνέχεια επιμολυσμένα με όγκους του παχέος εντέρου είχαν λιγότερους όγκους να εξαπλώνονται στους πνεύμονες και το ήπαρ.
Πολλά αντικαρκινικά εμβόλια βρίσκονται υπό διερεύνηση αλλά οι επιστήμονες μάχονται να βρουν τους κατάλληλους θεραπευτικούς στόχους, τα αντιγόνα, που εντοπίζονται μόνο σε όγκους και όχι σε υγιείς ιστούς.
Ο Δρ Ανταμ Σνοκ και ο Δρ Σκοτ Γουαλντμαν από το Πανεπιστήμιο «Τόμας Τζέφερσον» της Φιλαδέλφεια αποφάσισαν να μελετήσουν τον καρκίνο του παχέος εντέρου διότι το εντερικό τοίχωμα και μερικές βλεννώδεις περιοχές είναι προσταστευμένα από την δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος. Επίσης, μερικές πρωτεΐνες από τις περιοχές αυτές είναι ενεργές στα κύτταρα του όγκου.
Μελέτησαν λοιπόν την πρωτεΐνη guanylyl cyclase C (GCC), η οποία φυσιολογικά εκφράζεται στο εντερικό τοίχωμα και εξαπλώνει τα ορθοκολικά καρκινικά κύτταρα.
Οι επιστήμονες εμβολίασαν ποντίκια με καρκίνο του παχέος εντέρου πριν και μετά την ανοσοποίηση τους με την GCC.
Τα μη εμβολιασμένα τρωκτικά είχαν κατά μέσο όρο 30 νέους όγκους στους πνεύμονες και το ήπαρ.
Τα εμβολιασμένα είχαν τρεις. Ενώ η προσέγγιση αυτή δεν είναι ακριβώς οριστική ίαση, μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική θεραπευτική καινοτομία.
Πάνω από το 50% των πασχόντων από ορθοκολικό καρκίνο αποβιώνουν από μετάσταση της νόσου, κυρίως στους πνεύμονες και το ήπαρα. Τα εμβολιασμένα πειραματόζωα έζησαν περισσότερο.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι τα εμβολιασμένα ποντίκια με καρκινικά κύτταρα που προκαλούν καρκίνο, δεν αναπαριστούν ακριβώς την εκδήλωση του καρκίνου στον άνθρωποι, είναι λοιπόν ευκολότερο να αντιμετωπιστεί ένα εργαστηριακό μοντέλο της νόσου, εν συγκρίσει με τον καρκινοπαθή άνθρωπο.
Οι ερευνητές πάντως είναι αισιόδοξοι, καθώς ανοίγει ο δρόμος για μια νέα κατηγορία εμβολίων υποψηφίων για τους όγκους που πηγάζουν και δίνουν μετάσταση από τον βλεννογόνο.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική για καρκίνους της κεφαλής και του τραχήλου, του πνεύμονα, του μαστού, του κόλπου και της ουροδόχου κύστης.

Νέα διαγνωστική τεχνική για την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου

Μια νέα απεικονιστική τεχνική που βασίζεται στην φυσιολογικά υπάρχουσα μαγειρική σόδα στον οργανισμό μπορεί να συντελέσει στην ανίχνευση του καρκίνου νωρίτερα και να αποτιμήσει γρήγορα αν τα αντικαρκινικά φάρμακα είναι αποδοτικά, σύμφωνα με βρετανική έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature.
Η μη επεμβατική μέθοδος χρησιμοποιεί την μαγνητική απεικόνιση για να μετρήσει τις αλλαγές στο pH (ή την οξύτητα) στον ιστό, που συχνά αποτελεί το χαρακτηριστικό του καρκίνου και άλλων παθήσεων όπως η καρδιακή νόσος και το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Προς το παρόν δεν υπάρχουν ασφαλείς τρόποι μέτρησης του pH στον άνθρωπο αλλά είναι σημαντικό γιατί οι όγκοι, για παράδειγμα, είναι πολύ πιο όξινοι από τον περιβάλλοντα ιστό.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ με επικεφαλής τον Δρ Κέβιν Μπρίντλ ένεσαν σε ποντίκια μια στοχευμένη μορφή διττανθρακικό, ένα αλκάλιο που παρατηρείται συχνότερα στη μαγειρική σόδα, και υπάρχει φυσιολογικά στον οργανισμό μας και εξισορροπεί την οξύτητα.
Με τη χρήση μαγνητικής απεικόνισης θέλησαν να δουν πόσο από το στοχευμένο διττανθρακικό μετατρεπόταν σε διοξείδιο του άνθρακα εντός του όγκου. Στους πιο όξινους όγκους, περισσότερο διττανθρακικό μετατρέπεται σε διοξείδιο του άνθρακα.
Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα του pH δυναμική πυρηνική πόλωση που ενισχύει την ευαισθησία της μαγνητικής τομογραφίας πάνω από 10.000 φορές.
Η μέθοδος αναπτύχθηκε από την μονάδα GE Healthcare και περιλαμβάνει την ψύξη μορίων σχεδόν στο απόλυτο μηδέν και την γρήγορη επαναθέρμανση τους, μια διαδικασία που τα διατηρεί πολωμένα και ευκολότερα να ανιχνευθούν ως εικόνα.
Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να εντοπίσει τα μη φυσιολογικά επίπεδα του pH που εντοπίζονται στον καρκίνο και είναι πιθανόν αυτό να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό του σημείου που είναι παρούσα η νόσος και όταν ανταποκρίνεται στη θεραπεία.
Το επόμενο βήμα είναι να ελεγχθεί η τεχνική σε ανθρώπους στα πρώιμα στάδια κλινικών μελετών, που αναμένεται να ξεκινήσουν το 2009.
Μπορεί βεβαία η πρακτική εφαρμογή της διαγνωστικής αυτής μεθόδου να είναι ακόμα πολύ μακριά, αλλά αποτελεί σίγουρα ένα βήμα πιο κοντά για τον καθορισμό της λειτουργικότητας των αντικαρκινικών φαρμάκων. Σήμερα αυτό απαιτεί εβδομάδες ή και μήνες. Αν όμως καταστεί άμεσα εντοπίσιμη η αλλαγή στους ιστούς, τότε οι επιστήμονες θα μπορούν να αποφασίσουν αν το αντικαρκινικό φάρμακο είναι λειτουργικό ή όχι. Αν δεν είναι, μπορούν να προχωρήσουν στην άμεση αλλαγή του θεραπευτικού σχήματος.

Νέα εξέταση των όζων του θυρεοειδούς μπορεί να μειώσει σημαντικά τις μη αναγκαίες χειρουργικές επεμβάσεις

Με την εξέταση ύποπτων όζων του θυρεοειδούς, για την παρουσία γαλακτίνης-3, ένας σημαντικός αριθμός μη αναγκαίων χειρουργικών επεμβάσεων θα μπορούσε να αποφευχθεί, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Oncology.
Η εξέταση πιθανώς καρκινικών όζων είναι, προς το παρόν, μια ανακριβής ιατρική πρακτική. Περίπου το 85% των όζων οι οποίοι αφαιρούνται χειρουργικώς είναι καλοήθεις. Η υπάρχουσα μέθοδος εξέτασης των βλαβών για την ύπαρξη κακοηθειών περιλαμβάνει τη μορφολογική εξέταση του εσωτερικού των κυττάρων, τα οποία έχουν εξαχθεί με αναρρόφηση δια λεπτής βελόνας. Ωστόσο, με βάση τη συγκεκριμένη κυτταρολογία, είναι αδύνατο να διαχωριστούν τα καρκινικά από τα μη καρκινικά κύτταρα του θυρεοειδούς, με αποτέλεσμα η διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς να είναι δύσκολη.
Η γαλακτίνη-3, η οποία είναι ένα κύτταρο λεκτίνης το οποίο προσκολλάται σε συγκεκριμένα σάκχαρα, δεν συναντάται, συνήθως, στο κυτταρόπλασμα των υγιών κυττάρων του θυρεοειδούς. Εάν είναι παρούσα, μπορεί να παρεμποδίσει το θάνατο του κυττάρου, προκαλώντας καρκίνο.Προκειμένου να εξετάσουν τη χρήση της μέτρησης της γαλακτίνης-3 ως μεθόδου διαφοροποίησης των καλοήθων από τα κακοήθη κύτταρα, ώστε να μειωθεί ο αριθμός των μη αναγκαίων χειρουργικών επεμβάσεων, Ιταλοί επιστήμονες διεξήγαγαν μελέτη σε 495 ασθενείς, οι οποίοι είχαν όζους του θυρεοειδούς με διάμετρο μεγαλύτερη του 1 cm και για τους οποίους δεν μπορούσε να καθοριστεί η ύπαρξη κακοήθειας.Οι όζοι αφαιρέθηκαν και αναλύθηκαν με ιστολογική εξέταση προκειμένου να καθοριστεί εάν ήταν καρκινικοί ή όχι.
Τα αποτελέσματα αυτά συγκρίθηκαν με τα αποτελέσματα των μετρήσεων γαλακτίνης-3. Στο 71% (331/465) των όζων δεν παρατηρήθηκε έκφραση γαλακτίνης. Από αυτούς, το 85% ήταν καλοήθεις, ενώ 9% (29/331) ήταν καρκινικοί. Από τους 29 καρκινικοί όζους, το 28% (8/29) επέδειξαν διαφορετική έκφραση γαλακτίνης-3, όταν εξετάσθηκαν μετά την πραγματοποίηση της χειρουργικής αφαίρεσης, υποδηλώνοντας την πιθανή ύπαρξη τεχνικών προβλημάτων κατά την εξέταση. Οι συγγραφείς σχολιάζουν ότι τέτοιου είδους σφάλματα μπορούν να αποφευχθούν μέσω τεχνικής εκπαίδευσης.
Καταλήγοντας οι συγγραφείς τονίζουν ότι, η νέα αυτή μέθοδος, εάν χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες μεθόδους εξέτασης, μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Τονίζουν ακόμη, ότι η κατάλληλη προσέγγιση για τον προεγχειρητικό χαρακτηρισμό των όζων του θυρεοειδούς θα πρέπει να βασίζεται σε μια ενδελεχή εξέταση του κάθε ασθενούς, σύμφωνα με τις επίσημες κατευθυντήριες αρχές.
ΠΗΓΗ: The Lancet Oncology

Τα τρανς λιπαρά αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού

Τα τρανς λιπαρά που αποσύρονται σταδιακά από τα τρόφιμα επειδή προκαλούν απόφραξη των αρτηριών, αυξάνουν τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο American Journal of Epidemiology.

Η Δρ Βερονίκη Σατζες από το Εθνικό Επιστημονικό Ερευνητικό Κέντρο της Γαλλίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού και οι συνεργάτες της μελέτησαν γυναίκες που είχαν πάρει μέρος σε μεγάλη ευρωπαϊκή έρευνα για τον καρκίνο. Μελέτησαν δείγματα αίματος που είχαν συλλεχθεί την περίοδο 1995-1998 από 25.000 γυναίκες που είχαν αναφέρει εθελοντικά τις διατροφικές συνήθειες τους και τον τρόπο ζωή τους και είχαν τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση για χρόνια προκειμένου να διαπιστωθεί αν είχαν εκδηλώσει καρκίνο.
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε 363 γυναίκες που εκδήλωσαν καρκίνο του μαστού και συνέκριναν τα επίπεδα των λιπαρών οξέων στο αίματος με αυτά των γυναικών χωρίς καρκίνο.
Όσο υψηλότερα τα επίπεδα των λιπαρών οξέων τόσο πιθανότερο ήταν η γυναίκα να έχει καρκίνο. Οι γυναίκες με τα υψηλότερα επίπεδα ω-3 λιπαρών οξέων δεν είχαν λιγότερες πιθανότητες νόσησης.
Οι παχύσαρκες γυναίκες είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν καρκίνο του μαστού, μεταξύ άλλων καρκίνων, και οι δίαιτες με πολλά λιπαρά σχετίζονται επίσης με τον καρκίνο του μαστού.
Τα τρανς λιπαρά εμπεριέχονται στα μαγειρεμένα λίπη, τα γλυκά, τα σνακς και μια ποικιλία άλλων προμαγειρεμένων τροφίμων.
Τα ω-3 λιπαρά οξέα εμπεριέχονται στα λιπαρά ψάρια όπως το σολομός, στα καρύδια και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά.

Η ηπατίτιδα Β σχετίζεται με τον εξωηπατικό καρκίνο του χοληφόρου πόρου

Τα αποτελέσματα έρευνας που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο International Journal of Cancer δείχνουν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) και αυξημένου κινδύνου εξωηπατικού καρκίνου του χοληφόρου πόρου.

Ο εξωηπατικός χοληφόρος πόρος συλλέγει χολή από το ήπαρ αλλά είναι τοποθετημένος εκτός του ήπατος. Ενώνεται με έναν πόρο από την χοληδόχο κύστη για να σχηματίσουν ένα κοινό χοληφόρο πόρο, που μεταφέρει χολή στο λεπτό έντερο. Ο καρκίνος του εξωηπατικού χοληφόρου πόρου είναι ασυνήθιστος και πολύ δύσκολος στην αντιμετώπιση.

Σε πληθυσμιακή έρευνα που έγινε στην Σανγκάη από την Δρ Ανν Χσινγκ και τους συνεργάτες της στο Εθνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο του Μέριλαντ μελετήθηκε η συχνότητα του HBV και της λοίμωξης από ηπατίτιδα C σε 417 ασθενείς με καρκίνους του χοληφόρου, 517 με χολόλιθους και 762 τυχαία επιλεγμένα υγιή άτομα που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Μεταξύ της ομάδας ελέγχου, HBV λοίμωξη εντοπίστηκε στο 7,3%. Οι ασθενείς με εξωηπατικό καρκίνο του χοληφόρου πόρου ήταν πιθανότερο να είναι θετικοί στον HBV (14,2%). Αυτό συντελούσε σε 2,4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εξωηπατικού καρκίνου του χοληφόρου πόρου.
Δεν καταγράφηκε σημαντικός συσχετισμός μεταξύ HBV και καρκίνου της χοληδόχου κύστης, χολόλιθων και λίθων του χοληφόρου πόρου.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν χαμηλή συχνότητα της λοίμωξης από HCV στον συγκεκριμένο πληθυσμό (2%), γεγονός που περιορίζει την ικανότητα υπολογισμού της σχέσης μεταξύ της συγκεκριμένης λοίμωξης και της χοληφόρου νόσου.
Ο HBV προκαλεί ηπατικό καρκίνο κυρίως προκαλώντας χρόνια φλεγμονή και ιστολογική αποδόμηση με την αναγέννηση των ηπατικών κυττάρων. Όμοια διαδικασία εμπλέκεται και στον καρκίνο του χοληφόρου πόρου.

Με τον καρκίνο του στομάχου σχετίζεται η χαμηλή χοληστερόλη

Τα άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του στομάχου, σύμφωνα με ιαπωνική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο International Journal of Cancer.

Μερικές μελέτες έχουν συσχετίσει την χαμηλή χοληστερόλη με τα υψηλότερα ποσοστά θανάτου από καρκίνο γενικώς. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Kyushu της Φουκουοκα εξηγούν ότι αναφορικά με τον γαστρικό καρκίνο, υπάρχει περιορισμένος αριθμός μελετών.


Οι επιστήμονες έθεσαν υπό ιατρική παρακολούθηση για 14 χρόνια 2.600 κατοικους της πόλης Χισαγιάμα στην Ιαπωνία. Γαστρικοί καρκίνοι εκδηλώθηκαν σε 97 άτομα. Μετά από συνυπολογισμό της ηλικίας και του φύλου, τα ποσοστά καρκίνου του στομάχου αυξήθηκαν σημαντικά καθώς έφθιναν τα επίπεδα της χοληστερόλης. Για παράδειγμα, μεταξύ των ατόμων με τα υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης, το ποσοστό γαστρικού καρκίνου ήταν όμοιο με 2,1 περιπτώσεις ανά 1.000 άτομα/έτη, ενώ μεταξύ των ατόμων με τα χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης ήταν 3,9 ανά 1.000 άτομα/έτη.

Οι γυναικείες ορμόνες επηρεάζουν τον κίνδυνο εκδήλωσης γαστρικού καρκίνου


Οι γυναίκες που είναι γόνιμες για πάνω από το μέσο όρο ετών, δηλαδή όταν η εμμηνορρυσία ξεκινά νωρίς και η εμμηνόπαυση αργά, φαίνεται να είναι προστατευμένες εν μέρει από την εκδήλωση καρκίνου του στομάχου, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Gut.

Ερευνητική ομάδα από το Εθνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ με επικεφαλής τον Δρ Νηλ Φρίντμαν μελέτησε τη σχέση μεταξύ αναπαραγωγικών και εμμηνορρυσιακών παραγόντων και γαστρικού καρκίνου σε δείγμα 74.442 γυναικών από την Σαγκάη.

Η όψιμη ηλικία της εμμηνόπαυσης συσχετίστηκε με αξιοσημείωτα μειωμένο κίνδυνο γαστρικού καρκίνου, όπως και η αυξημένη διάρκειας της γονιμότητας.
Απ' την άλλη, τα πολλά χρόνια εμμηνόπαυσης και η χρήση ενδομήτριας συσκευής συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης γαστρικού καρκίνου.
Ο αριθμός των παιδιών, ο θηλασμός ή η χρήση αντισυλληπτικών δισκίων δεν επηρέαζαν τον κίνδυνο.
Τα αποτελέσματα είναι συνεπή με αυτά παλαιότερων ερευνών σε άλλες χώρες. Και υποστηρίζουν την υπόθεση ότι ορμόνες όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη προστατεύουν από την εκδήλωση του καρκίνου του στομάχου κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας.

Ανακαλύφθηκε ο τρόπος που το γονίδιο BRCA1 προκαλεί καρκίνο του μαστού

Οι μεταλλάξεις στο γονίδιο BRCA1 του καρκίνου του μαστού φαίνεται να σχετίζεται με την απώλεια μιας πρωτεΐνης σημαντικής για το «φρενάρισμα» της κυτταρικής ανάπτυξης, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Nature Genetics.

Η παρατήρηση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές θεραπείες για τις γυναίκες με επιθετικό και θανατηφόρο καρκίνο, γνωστό ως τριπλό-αρνητικό που δεν ανταποκρίνεται στα υπάρχοντα προηγμένης γενιάς φάρμακα.
Ο Δρ Ραμον Παρσονς από το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κολούμπια στη Νέα Υόρκη εξηγεί ότι «οι επιστήμονες γνωρίζουν εδώ και μια δεκαετία ότι οι γυναίκες με συγκεκριμένες μεταλλάξεις στο γονίδιο BRCA1 διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Αυτό που δεν είχαν κατανοήσει είναι πως ακριβώς μια μετάλλαξη στο συγκεκριμένο γονίδιο οδηγεί στον καρκίνο».
Οι Αμερικανοί ερευνητές, συνεργαζόμενοι με συναδέλφους τους στο Πανεπιστήμιο του Λουντ της Σουηδίας, πιστεύουν ότι οι μεταλλάξεις στο BRCA1 μπορεί να αφήσουν τα κύτταρα ανίκανα να αποκαταστήσουν την συνήθη DNA βλάβη. Όταν συμβαίνει μια τέτοια βλάβη στην πρωτεΐνη PTEN, που ρυθμίζει την ανάπτυξη των κυττάρων, η κυτταρική ανάπτυξη είναι ανεξέλεγκτη και σχηματίζονται όγκοι.
Οι γυναίκες με ελαττωματικά αντίγραφα του BRCA1 ή του BRCA2 έχουν 50% με 85% πιθανότητες να εκδηλώσουν καρκίνο του μαστού. Οι μεταλλάξεις στα συγκεκριμένα γονίδια αναλογούν στο 5% με 10% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού.
Οι περισσότεροι όγκοι του μαστού έχουν οιστρογονο-θετικό υποδοχέα. Περίπου το 20% είναι HER-2 θετικοί. Ο τρίτος τύπος καθορίζεται από την προγεστερόνη.
Αλλά υπάρχουν και οι τριπλοί-αρνητικοί όγκοι, διότι έχουν έλλειψη οιστρογόνου, προγεστερόνης και HER2 υποδοχέων, που είναι αναγκαίοι για την λειτουργία των περισσοτέρων αντικαρκινικών φαρμάκων για τον καρκίνο του μαστού.
Η βασική λοιπόν ιδέα είναι ότι το BRCA1 είναι ένζυμο αποκατάστασης που εμπλέκεται στον συντονισμό τις αποκατάστασης των διπλής δέσμης «ρήξεων» DNA.
Όταν μεταλλάσσεται, δεν είναι πλέον παρόν στο κύτταρο. Αν συμβεί μια τομή στην PTEN δεν υπάρχει τρόπος το κύτταρο να την επιδιορθώσει. Η απώλεια της πρωτεΐνης PTEN είναι ο τρόπος που ο καρκίνος του μαστού αρχίζει στις γυναίκες που έχουν κληρονομήσει το μεταλλαγμένο BRCA1.
Η σύνδεση μεταξύ BRCA1 και PTEN έγινε με χρωμοσωματική ρήξη εντός του γονιδίου PTEN.
Ελέγχθηκαν 34 βιοψίες που είχαν ληφθεί από γυναίκες με όγκους BRCA1. Το γονίδιο PTEN είχε χωριστεί στα δύο, αλλά είχε επιδιορθωθεί ανεπαρκώς σε περίπου το ένα τρίτο των καρκίνων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρα τμήματα του γονιδίου έλειπαν.
Τα χρωμοσωματικά αυτά λάθη μας πάνε πίσω στην έλλειψη BRCA1 του όγκου, που είναι επιφορτισμένο με την κυτταρική επιδιόρθωση. Υπολογίζεται ότι περίπου το 50% των καρκίνων του μαστού BRCA1 περικλείουν μεταλλαγμένη PTEN. Οι συγκεκριμένοι όγκοι έχουν πολύ υψηλή συχνότητα απώλειας της πρωτεΐνης PTEN. Στους καρκίνους του μαστού των γυναικών με φυσιολογικό BRCA1, σπάνια εντοπίζονται μεγάλες μεταλλάξεις στην PTEN.