Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η καθημερινή λήψη πολυβιταμινών δεν συνδέεται με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου


Δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ της τακτικής χρήσης πολυβιταμινών από υγιείς ενήλικες και του χαμηλότερου κινδύνου θανάτου, όπως διαπίστωσε μεγάλη ανάλυση δεδομένων από σχεδόν 400.000 ενήλικες στις ΗΠΑ.

Πολλοί ενήλικες στις ΗΠΑ λαμβάνουν πολυβιταμίνες με την ελπίδα να βελτιώσουν την υγεία τους. Ωστόσο, τα οφέλη και οι βλάβες από την τακτική χρήση πολυβιταμινών παραμένουν ασαφή. Στη συγκεκριμένη έρευνα, αναλύθηκαν δεδομένα από τρεις γεωγραφικά διαφορετικές μελέτες που αφορούσαν συνολικά 390.124 υγιείς ενήλικες στις ΗΠΑ, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για περισσότερα από 20 χρόνια.

Η ανάλυση έδειξε ότι τα άτομα που έπαιρναν καθημερινά πολυβιταμίνες δεν είχαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με τα άτομα που δεν έπαιρναν πολυβιταμίνες. Δεν υπήρχαν επίσης διαφορές στη θνησιμότητα από

Υψηλά επίπεδα σωματικού λίπους σχετίζονται με την ανάπτυξη Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον

Άτομα με υψηλά επίπεδα σωματικού λίπους αποθηκευμένου στην κοιλιά ή στα χέρια μπορεί να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν ασθένειες, όπως το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον, σε σύγκριση με άτομα με χαμηλά επίπεδα λίπους σε αυτές τις περιοχές, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε διαδικτυακά στο ιατρικό περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας «Neurology».

Στη μελέτη συμμετείχαν 412.691 άτομα με μέση ηλικία τα 56 χρόνια και παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για εννέα χρόνια. Στην αρχή της μελέτης έγιναν μετρήσεις για τη σύσταση του σώματος, όπως μετρήσεις μέσης και ισχίου, δύναμη λαβής, οστική πυκνότητα, λίπος και άλιπη μάζα.

Λιπώδης Διήθηση του Ήπατος: Επιβλαβής και για τον Εγκέφαλο Σύμφωνα με Νέα Μελέτη

 Μία νέα έρευνα που εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στη λιπώδη διήθηση του ήπατος και τη λειτουργία του εγκεφάλου, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ μπορεί να προκαλέσει μείωση του οξυγόνου στον εγκέφαλο και φλεγμονή στους εγκεφαλικούς ιστούς, παράγοντες οι οποίοι έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για σοβαρές παθήσεις του εγκεφάλου.

Σήμερα, περίπου το 25% του πληθυσμού έχει λιπώδη διήθηση του ήπατος, ενώ στους παχύσαρκους ασθενείς το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 80%. Προηγούμενες μελέτες είχαν συνδέσει επίσης την ανθυγιεινή διατροφή με διάφορες διαταραχές στη λειτουργία του εγκεφάλου, ωστόσο αυτή είναι η πρώτη έρευνα που συνδέει καθαρά τη λιπώδη διήθηση του ήπατος με έκπτωση της λειτουργίας του εγκεφάλου, προσφέροντας παράλληλα ένα νέο θεραπευτικό στόχο.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξέτασαν δύο ομάδες πειραματοζώων (ποντικών). Η πρώτη ομάδα έκανε διατροφή με περιεκτικότητα σε λίπος κάτω από 10%, ενώ στη δεύτερη ομάδα η περιεκτικότητα της δίαιτας σε λίπος ήταν πάνω από 55%.

Μετά από 16 εβδομάδες, οι επιστήμονες έκαναν μία σειρά εξετάσεις στα ποντίκια προκειμένου να εξετάσουν την υγεία του ήπατος και του εγκεφάλου. Όπως παρατήρησαν, όλα τα ποντίκια που έκαναν υψηλή κατανάλωση λιπών είχαν παρουσιάσει παχυσαρκία, λιπώδη διήθηση του ήπατος, ανθεκτικότητα στην ινσουλίνη και δυσλειτουργίες του εγκεφάλου.

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι ο εγκέφαλος των ποντικών με λιπώδη διήθηση του ήπατος είχε επίσης χαμηλότερα επίπεδα οξυγόνου. Περαιτέρω εξετάσεις έδειξαν ότι το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στη μείωση του αριθμού και της διαμέτρου των εγκεφαλικών αγγείων, τα οποία μεταφέρουν λιγότερο οξυγόνο στους ιστούς. Επιπλέον, σε ορισμένα κύτταρα, η κατανάλωση οξυγόνου ήταν υψηλότερη εξ’ αιτίας της φλεγμονής στον εγκέφαλο. Τα ποντίκια αυτής της ομάδας είχαν επίσης περισσότερα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.

Τα ποντίκια της ομάδας ελέγχου δεν παρουσίασαν λιπώδη διήθηση του ήπατος ούτε αντίσταση στην ινσουλίνη, είχαν φυσιολογική συμπεριφορά και ο εγκέφαλός τους ήταν απόλυτα υγιής.

«Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου. Μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις οι βλάβες στον εγκέφαλο επιδεινώνονται σταδιακά για αρκετό καιρό μέχρι τελικά να γίνουν αντιληπτές από τους ασθενείς», υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Θέλοντας να εξετάσουν αν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επιδράσεις της λιπώδους διήθησης στον εγκέφαλο, οι επιστήμονες τροποποίησαν τα επίπεδα της πρωτεΐνης MCT1 σε μία ομάδα ποντικών. Η πρωτεΐνη αυτή εμπλέκεται στη μεταφορά ενέργειας και είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική λειτουργία αρκετών κυττάρων.

Στα ποντίκια που είχε περιοριστεί η έκφραση της παραπάνω πρωτεΐνης δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση λίπους στο ήπαρ ούτε διαταραχές της λειτουργίας του εγκεφάλου, παρά το γεγονός ότι έκαναν διατροφή με υψηλά λιπαρά.

«Από το πείραμα αυτό διαπιστώσαμε ότι η MCT1 παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην εμφάνιση λιπώδους διήθησης όσο και στις διαταραχές του εγκεφάλου που προκαλεί η τελευταία. Κατά συνέπεια, αποτελεί πιθανώς ένα θεραπευτικό στόχο για την ανάπτυξη φαρμάκων», υποστήριξαν οι συγγραφείς.

«Η έρευνά μας δείχνει για ακόμα μία φορά ότι είναι σημαντικό να περιορίσουμε τη ζάχαρη και το λίπος στη διατροφή μας προκειμένου να προστατεύσουμε όχι μόνο το ήπαρ αλλά και την υγεία του εγκεφάλου», καταλήγει η ομάδα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Hepatology.



Νέα Θετικά Δεδομένα για τον Καφέ: Μειώνει τον Κίνδυνο Καρδιαγγειακής Νόσου


 Η κατανάλωση 2-3 ποτηριών καφέ την ημέρα συνδέεται με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο περιοδικό European Journal of Preventive Cardiology

Η παρατήρηση αυτή μάλιστα αφορά όλα τα είδη καφέ, όπως τόνισε η επιστημονική ομάδα, ακόμα και αυτά που δεν περιέχουν καφεΐνη.

«Στη μελέτη μας όλα τα είδη καφέ συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Από τα αποτελέσματα της μελέτης μας είναι σαφές ότι η χαμηλή ή μέτρια κατανάλωση καφέ μπορεί να αποτελεί κομμάτι ενός υγιεινού τρόπου ζωής», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Σήμερα, τα δεδομένα για τη σύνδεση ανάμεσα στα διάφορα είδη καφέ και την καρδιαγγειακή λειτουργία είναι πολύ περιορισμένα. Η παρούσα μελέτη θέλησε να καλύψει το παραπάνω κενό και για το λόγο αυτό εξερεύνησε τη σύνδεση ανάμεσα στα διάφορα είδη καφέ και τον κίνδυνο εμφάνισης αρρυθμίας ή καρδιαγγειακής νόσου, με βάση δεδομένα από τη βάση UK Biobank, στην οποία συμμετέχουν ενήλικες ηλικίας 40-69 ετών.

Στην έρευνα εξετάστηκαν συνολικά δεδομένα για 449.563 ενήλικες χωρίς ιστορικό αρρυθμίας ή άλλων καρδιαγγειακών παθήσεων. Η μέση ηλικία των εθελοντών ήταν τα 58 χρόνια και το 55.3% ήταν γυναίκες. Κάθε εθελοντής συμπλήρωσε ένα ερωτηματολόγιο στο οποίο ανέφερε πόσα ποτήρια καφέ έπινε καθημερινά καθώς και το είδος του καφέ που έπινε.

Ακολούθως οι επιστήμονες χώρισαν τους εθελοντές σε 6 κατηγορίες ανάλογα με την κατανάλωση καφέ σε καθημερινή βάση:

  • Κανένα ποτήρι
  • Λιγότερο από 1 ποτήρι
  • 1 ποτήρι
  • 2-3 ποτήρια
  • 4-5 ποτήρια
  • 5 ή περισσότερα ποτήρια

Οι περισσότεροι εθελοντές έπιναν στιγμιαίο καφέ (44.1%), το 18.4% έπινε αλεσμένο καφέ, ενώ το 15.2% ντεκαφεϊνέ. Συνολικά 100.510 εθελοντές δεν έπιναν καθόλου καφέ και αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.

Οι επιστήμονες συνέκριναν τα ποσοστά αρρυθμίας, καρδιαγγειακής νόσου και θανάτου ανάμεσα στις ομάδες κατανάλωσης καφέ, μετά την προσαρμογή για μία σειρά παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, η εθνικότητα, η παχυσαρκία, η αρτηριακή πίεση, ο διαβήτης, η αποφρακτική υπνική άπνοια, το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ ή τσαγιού. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης του κάθε ασθενούς ήταν τα 12.5 χρόνια.

Συνολικά περίπου 27.809 εθελοντές (6.2%) κατέληξαν κατά τη διάρκεια της μελέτης. Όλα τα είδη καφέ συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο θανάτου από όλα τα αίτια. Μάλιστα, η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε σε όσους έπιναν 2-3 ποτήρια καφέ την ημέρα. Οι εθελοντές αυτοί, συγκριτικά με αυτούς που δεν έπιναν καθόλου καφέ είχαν:

  • 14% μειωμένο κίνδυνο θανάτου αν έπιναν ντεκαφεϊνέ
  • 27% μειωμένο κίνδυνο θανάτου αν έπιναν αλεσμένο καφέ
  • 11% μειωμένο κίνδυνο θανάτου αν έπιναν στιγμιαίο καφέ

43.173 εθελοντές (9.6%) διαγνώστηκαν με καρδιαγγειακή νόσο κατά τη διάρκεια της μελέτης. Όλα τα είδη καφέ συνδέθηκαν με μείωση στον κίνδυνο καρδιαγγειακή νόσου. Και πάλι, το χαμηλότερο κίνδυνο είχαν αυτοί που έπιναν 2-3 ποτήρια καφέ την ημέρα, ποσότητα η οποία συνδέθηκε με 6%, 20% και 9% μειωμένο κίνδυνο για όσους έπιναν ντεκαφεϊνέ, αλεσμένο ή στιγμιαίο καφέ, αντίστοιχα.

30.100 εθελοντές (6.7%) διαγνώστηκαν με αρρυθμία κατά τη διάρκεια της έρευνας. Από τις αναλύσεις της επιστημονικής ομάδας διαπιστώθηκε ότι μόνο ο στιγμιαίος και ο αλεσμένος καφές συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο αρρυθμιών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κολπική μαρμαρυγή. Συγκριτικά με αυτούς που δεν έπιναν καθόλου καφέ, αυτοί που έπιναν 4-5 ποτήρια αλεσμένου καφέ είχαν 17% μειωμένο κίνδυνο της παραπάνω επιπλοκής, ενώ αυτοί που έπιναν ίδια ποσότητα στιγμιαίου καφέ είχαν 12% μειωμένο κίνδυνο.

«Η καφεΐνη είναι το πιο γνωστό συστατικό του καφέ, ωστόσο το ρόφημα περιέχει περισσότερες από 100 βιολογικά ενεργές ουσίες. Πιθανώς κάποιες από αυτές τις ουσίες μειώνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Από τα αποτελέσματα της μελέτης μας φαίνεται ότι η χαμηλή ή μέτρια κατανάλωση καφέ μπορεί να αποτελεί κομμάτι μίας υγιεινής διατροφής», καταλήγουν οι συγγραφείς.

Καλύτερη η Πρόγνωση των Ασθενών που Βλέπουν Πάντα τον Ίδιο Γιατρό Σύμφωνα με Νέα Μελέτη


Η παραμονή ενός ασθενούς στον ίδιο γιατρό συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση μακροπρόθεσμα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, τους ασθενείς με χρόνια νοσήματα και αυτούς που πάσχουν από ψυχιατρικές νόσους. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία νέα μελέτη η οποία έδειξε επίσης ότι οι ασθενείς που δεν αλλάζουν γιατρό έχουν μειωμένο αριθμό νοσηλειών και χαμηλότερη θνητότητα.

Ακόμη, όταν ένας ασθενής έχει τον ίδιο γιατρό για αρκετό καιρό αναπτύσσει εμπιστοσύνη γι’ αυτόν ενώ υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εφαρμόσει τις στρατηγικές πρόληψης που θα συστήσει ο γιατρός.

Η επιστημονική ομάδα της έρευνας προέρχεται από το Queen Mary’s Clinical Effectiveness Group (CEG) και ανέλυσε δεδομένα για περισσότερους από 1 εκατομμύριο ασθενείς σε 126 ιατρεία του ανατολικού Λονδίνου. Όπως διαπίστωσε, το 52% των ασθενών έβλεπαν τακτικά τον ίδιο γιατρό. Η ομάδα παρατήρησε επίσης ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η ηλικία ενός ασθενούς, τόσο αυξανόταν η πιθανότητα να επισκέπτεται τον ίδιο γιατρό. Αντίθετα, όσο πιο μεγάλο ήταν ένα ιατρείο, τόσο μικρότερη ήταν η πιθανότητα να παραμένουν οι ασθενείς μακροπρόθεσμα.

Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε τις βάσεις δεδομένων General Practice Patient Survey (GPPS) και Usual Provider of Care (UPC) στις οποίες καταγράφεται ο κάθε γιατρός και οι ασθενείς που παρακολουθεί. Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από το σύστημα υγείας της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι η διάρκεια παραμονής ενός ασθενούς στον ίδιο γιατρό θα πρέπει να θεωρείται δείκτης της ποιότητας ενός ιατρείου. Καθώς αυτή τη στιγμή γίνονται αρκετές αλλαγές στο σύστημα υγείας της Μεγάλης Βρετανίας και βρισκόμαστε σε μία περίοδο όπου καθορίζονται νέες οδηγίες, οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης τους θα βοηθήσουν στον παραπάνω στόχο.

«Η παραμονή στον ίδιο γιατρό συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς, καθώς και αυτούς που πάσχουν από σύνθετα χρόνια νοσήματα, κατά συνέπεια θα πρέπει να θεωρείται δείκτης για την ποιότητα της φροντίδας που προσφέρει ένα ιατρείο. Δείξαμε ότι είναι εύκολο να διαπιστωθεί ποιος είναι ο γιατρός που επισκέπτεται τακτικά ένας ασθενής, καθώς αυτή η πληροφορία υπάρχει ήδη στο σύστημα υγείας», αναφέρουν οι συγγραφείς.

«Ιδανικά, θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στα μεγάλα κέντρα υγείας και να δημιουργηθούν μικρότερες ομάδες γιατρών που θα παρακολουθούν τον ίδιο ασθενή μακροπρόθεσμα. Εκτός από την καλύτερη πρόγνωση των ασθενών, η προσέγγιση αυτή πιστεύουμε ότι θα είναι ευπρόσδεκτη τόσο από τους γιατρούς όσο και από τους ασθενείς», καταλήγει η μελέτη.

Μικρότερος ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου για όσους πίνουν καφέ, ακόμη και με ζάχαρη


Οι άνθρωποι που πίνουν καφέ, με ή χωρίς ζάχαρη, φαίνεται να έχουν μικρότερο κίνδυνο για πρόωρο θάνατο, σύμφωνα με μια νέα κινεζική έρευνα.
Το μεγαλύτερο όφελος έχουν όσοι καταναλώνουν 2,5 έως 4,5 καφέδες τη μέρα χωρίς ζάχαρη, οι οποίοι έχουν κατά μέσο όρο 29% μικρότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με εκείνους που δεν πίνουν καθόλου καφέ.

Προηγούμενες μελέτες είχαν βρει ενδείξεις ότι ο καφές μπορεί να κάνει καλό στην υγεία, μειώνοντας τον κίνδυνο για διάφορες παθήσεις, όπως του ήπατος, καρκίνους, άνοια κ.α. Η νέα έρευνα ενισχύει αυτή την άποψη, καθώς δείχνει ότι η μέτρια κατανάλωση καφέ, ακόμη και με ζάχαρη, μειώνει τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου, άσχετα μάλιστα από το είδος του καφέ (βραστός, στιγμιαίος, χωρίς καφεΐνη κ.α.).

Οι ερευνητές, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Annals of Internal Medicine", ανέλυσαν στοιχεία για 171.616 ανθρώπους με μέση ηλικία 56 ετών χωρίς καρδιαγγειακή νόσο ή καρκίνο. Η μελέτη έγινε σε βάθος επτά ετών, στη διάρκεια των οποίων πέθαναν 3.177 άτομα.

Διαπιστώθηκε ότι, σε σχέση με όσους δεν έπιναν ποτέ καφέ, όσοι έπιναν καφέ χωρίς ζάχαρη ή άλλο γλυκαντικό, είχαν τον μικρότερο κίνδυνο θανάτου τα επόμενα χρόνια. Μείωση κινδύνου, αν και μικρότερη, είχαν όσοι έβαζαν ζάχαρη στον καφέ τους και έπιναν 1,5 έως 3,5 καφέδες τη μέρα.

Οι περισσότεροι πάντως συμμετέχοντες στην έρευνα έβαζαν μόνο ένα κουταλάκι ζάχαρη, οπότε δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό υπάρχει όφελος για όσους πίνουν πολύ γλυκό καφέ. Οπότε, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι πιο συνετό να πίνει κανείς τον καφέ του χωρίς πολλή ζάχαρη.

Ανακαλύφθηκαν βακτήρια που σχετίζονται με τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη

 
Επιστήμονες στη Βρετανία εντόπισαν στα ανθρώπινα ούρα βακτήρια που συνδέονται με τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη. Η ανακάλυψη μπορεί να οδηγήσει σε νέους τρόπους διάγνωσης, πρόληψης και θεραπείας της νόσου, μίας από τις συχνότερες μορφές καρκίνου στους άνδρες.

   Δεν είναι, όμως, ακόμη βέβαιο ότι τα ίδια τα βακτήρια είναι υπεύθυνα για τον καρκίνο του προστάτη ή για τη ραγδαία επιδείνωσή του. Εάν, πάντως, αυτό επιβεβαιωθεί, τότε πολλές ζωές ασθενών πιθανώς θα σωθούν στο μέλλον.

   Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Νόργουιτς, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ευρωπαϊκό περιοδικό Ουρολογίας-Ογκολογίας «European Urology Oncology», σύμφωνα με το BBC και τις βρετανικές «Γκάρντιαν» και «Ιντιπέντεντ», σχεδιάζουν νέες έρευνες για να δουν κατά πόσο η εξάλειψη των βακτηρίων μέσω αντιβιοτικών και η αλλαγή του μικροβιώματος μπορεί να προλάβει την εμφάνιση των επιθετικών όγκων.

   Η βακτηριακή λοίμωξη είναι γνωστό ότι εμπλέκεται σε άλλους καρκίνους, με χαρακτηριστική περίπτωση το βακτήριο H.pylori που «ενοχοποιείται» για έλκος και καρκίνο του στομάχου, αλλά η εξάλειψή του με αντιβιοτικά μειώνει τον κίνδυνο. Άλλη ενδεικτική περίπτωση είναι ο ιός HPV που μπορεί να προκαλέσει καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

   Ερώτημα, πλέον, αποτελεί σε ποιο βαθμό κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί σε τουλάχιστον ορισμένες περιπτώσεις προχωρημένου καρκίνου του προστάτη, μίας νόσου που δεν είναι πάντα απειλητική για τη ζωή, ιδίως όταν οι όγκοι αναπτύσσονται πολύ αργά και απλώς βρίσκονται υπό επιτήρηση, οπότε πολλοί άνδρες πεθαίνουν μεν με καρκίνο του προστάτη αλλά όχι εξαιτίας του.

   Η μεγάλη πρόκληση για τους γιατρούς είναι η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία εκείνων των ασθενών με επιθετικούς ταχέως εξελισσόμενους όγκους. Οι σημερινές μέθοδοι -κυρίως το τεστ αίματος PSA και οι βιοψίες- δεν μπορούν πάντα να οδηγήσουν σε ασφαλή πρόβλεψη ποιοι καρκίνοι θα αποδειχθούν πιο επικίνδυνοι.

   Η νέα έρευνα μελέτησε περισσότερους από 600 άνδρες με και χωρίς καρκίνο του προστάτη, εντοπίζοντας στις αναλύσεις ούρων πέντε τύπους αναερόβιων βακτηρίων (Peptoniphilus, Porphyromonas, Fenollaria, Varibaculum και Fusobacterium) που είναι συχνότερα σε όσους οι καρκίνοι πρόκειται τελικά να γίνουν επιθετικοί. Οι άνδρες που είχαν ένα ή περισσότερα από αυτά τα είδη βακτηρίων στα ούρα τους εμφάνιζαν σχεδόν τριπλάσια πιθανότητα -σε σχέση με όσους ασθενείς δεν είχαν τέτοια βακτήρια- ο αρχικός καρκίνος του προστάτη τους να εξελιχθεί σε προχωρημένο.

   Η ερευνήτρια δρ Ρέιτσελ Χερστ δήλωσε ότι «ανάμεσα στα πράγματα που δεν γνωρίζουμε, ακόμη, είναι πώς οι άνθρωποι αποκτούν αυτά τα βακτήρια και κατά πόσο αυτά όντως προκαλούν καρκίνο ή αν απλώς μία ανεπαρκής ανοσιακή απόκριση επιτρέπει την ανάπτυξη των βακτηρίων. Όμως, ελπίζουμε ότι τα ευρήματά μας και η μελλοντική έρευνα θα οδηγήσουν σε νέες θεραπευτικές επιλογές που θα μπορούν να επιβραδύνουν ή και να προλάβουν τον επιθετικό καρκίνο του προστάτη πριν αναπτυχθεί. Η εργασία μας μπορεί, επίσης, να θέσει τα θεμέλια για νέα τεστ που θα χρησιμοποιούν τα εν λόγω βακτήρια για να προβλέψουν την πιο αποτελεσματική θεραπεία για τον καρκίνο κάθε άνδρα».

   Ο επικεφαλής ερευνητής, καθηγητής Κόλιν Κούπερ, της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου East Anglia ανέφερε ως πιθανό ότι μερικά από αυτά τα βακτήρια παράγουν ορμόνες που ευνοούν την ανάπτυξη επιθετικών καρκινικών όγκων. Από την άλλη, επεσήμανε ότι «τα αντιβιοτικά δεν εισδύουν πολύ καλά στον προστάτη, ενώ πρέπει να επιλεχθεί ένα αντιβιοτικό που θα σκοτώνει μόνο συγκεκριμένα βακτήρια», καθώς κάποια βακτήρια είναι ωφέλιμα και δεν θα έπρεπε να εξαλειφθούν.

Στατίνες: Είναι Εξίσου Ωφέλιμες για Όλους τους Ασθενείς;

 Οι στατίνες αποτελούν μία από τις πλέον δημοφιλείς κατηγορίες φαρμάκων σήμερα. Τα φάρμακα αυτά εγκρίθηκαν για πρώτη φορά το 1987 ως προληπτική αγωγή για τους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και σήμερα χορηγούνται ευρέως σε όλο τον κόσμο.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα ελάχιστες έρευνες έχουν εξετάσει αν το σύνολο των ασθενών που λαμβάνουν τα παραπάνω φάρμακα ωφελούνται από αυτά. Θέλοντας να εξερευνήσουν περισσότερο το παραπάνω γεγονός, επιστήμονες από τη Μεγάλη Βρετανία ανέλυσαν δεδομένα από 21 κλινικές δοκιμές.

Πρακτικά, η επιστημονική ομάδα έθεσε δύο ερωτήματα:

  • Προκειμένου να μειώσουμε τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να μειώσουμε την LDL χοληστερόλη όσο το δυνατόν περισσότερο;
  • Πόσο περιορίζεται ο κίνδυνος των παραπάνω συμβαμάτων από τη χρήση στατινών;

Αναφορικά με το πρώτο από τα δύο ερωτήματα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ασθενή σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα μείωσης της LDL χοληστερόλης από τη χρήση στατινών και τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου κατά τη διάρκεια που εξέτασαν οι κλινικές μελέτες. Σε ορισμένες μελέτες, η μείωση της LDL χοληστερόλης συνδέθηκε με σημαντική μείωση στον κίνδυνο θανάτου, ωστόσο σε άλλες μελέτες δεν παρατηρήθηκε αυτή η σύνδεση.

Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα τελευταία χρόνια το όριο για τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης που θεωρούνται «ιδανικά» μειώνεται συνεχώς με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι άνθρωποι να λαμβάνουν στατίνες. Συγκεκριμένα, μία έρευνα παρατήρησε ότι ο αριθμός των ασθενών που λαμβάνουν στατίνες αυξήθηκε κατά 600% από το 1987 μέχρι το 2016.

Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα, οι επιστήμονες έκαναν διαχωρισμό σε απόλυτο και σε σχετικό κίνδυνο. Για παράδειγμα, έστω ότι έχουμε 0.2% πιθανότητα να καταλήξουμε από κάποια νόσο και ένα φάρμακο μειώνει τον κίνδυνο θανάτου στο 0.1%. Καθώς ο κίνδυνος να καταλήξουμε από τη συγκεκριμένη νόσο μειώθηκε στο μισό, αυτό σημαίνει ότι η σχετική μείωση του κινδύνου από το φάρμακο είναι 50%. Ωστόσο, η απόλυτη μείωση στον κίνδυνο θανάτου από το φάρμακο ήταν 0.1%.

Οι επιστήμονες της παρούσας ανάλυσης αναρωτήθηκαν αν η μείωση στον κίνδυνο θανάτου κατά 50% είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την χορήγηση των στατινών. Τα φάρμακα αυτά προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες, επομένως όπως τόνισαν οι επιστήμονες θα πρέπει να επικεντρωθούμε περισσότερο στην απόλυτη μείωση προκειμένου να λάβουμε καλύτερες αποφάσεις.

Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Internal Medicine, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η απόλυση μείωση του κινδύνου από τις στατίνες ήταν περιορισμένη συγκριτικά με τη σχετική μείωση. Συγκεκριμένα, η σχετική μείωση του κινδύνου σε όσους έπαιρναν στατίνες ήταν 9% για τους θανάτους, 29% για το έμφραγμα του μυοκαρδίου και 14% για το εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μείωση στον απόλυτο κίνδυνο για καθένα από τα παραπάνω τελικά σημεία ήταν 0.8%, 1.3% και 0.4%, αντίστοιχα.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Ένα σημείο στο οποίο θα πρέπει ίσως να σταθούμε είναι ότι οι κλινικές δοκιμές προσφέρουν συνήθως δεδομένα για το μέσο ασθενή και δεν εξετάζουν τα οφέλη των φαρμάκων σε ατομικό επίπεδο. Προφανώς, ο κίνδυνος κάθε ανθρώπου μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τον τρόπο ζωής, καθώς και άλλους παράγοντες. Ο μέσος καρδιαγγειακός κίνδυνος ενός ατόμου μπορεί να εκτιμηθεί σχετικά εύκολα λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το σωματικό βάρος, το ιστορικό καπνίσματος, τα επίπεδα της χοληστερόλης και η ηλικία.

Η πιθανότητα διάγνωσης με καρδιαγγειακή νόσο στα επόμενα δέκα χρόνια εκφράζεται συνήθως ως ποσοστό. Για παράδειγμα, ένας 65χρονος άνδρας καπνιστής με υπέρταση και υψηλή χοληστερόλη διατρέχει αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με μία 45χρονη γυναίκα που δεν καπνίζει ούτε έχει άλλους παράγοντες κινδύνου. Αν ένας γιατρός εκτιμούσε τον κίνδυνο θανάτου για τους παραπάνω ασθενείς τα επόμενα 10 χρόνια, θα παρατηρούσε ότι αυτός είναι, για παράδειγμα, 38% για τον άνδρα και 1.4% για τη γυναίκα.

Ας εξετάσουμε τώρα το ενδεχόμενο της χορήγησης στατινών σε αυτούς τους δύο ασθενείς. Σύμφωνα με τα δεδομένα, οι στατίνες θα μείωναν το σχετικό κίνδυνο θανάτου σε αυτούς τους δύο ανθρώπους κατά 9%. Αυτό σημαίνει ότι ο άνδρας θα μείωνε τον κίνδυνο θανάτου από 38% σε 34.6% και η γυναίκα από 1.4% σε 1.3%.

Σύμφωνα με την επιστημονική ομάδα της παρούσας μελέτης, αυτό δείχνει ότι ο γιατρός θα πρέπει να συζητά με τον ασθενή τα οφέλη και τους κινδύνους από τη χορήγηση ενός φαρμάκου το οποίο τυπικά χορηγείται εφ’ όρου ζωής. Ιδιαίτερα στους ασθενείς που δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, τα οφέλη από τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών είναι πολύ περιορισμένα.

Τόνισαν επίσης ότι θα πρέπει να βασιζόμαστε περισσότερο στην απόλυτη μείωση του κινδύνου παρά στη σχετική μείωση, καθώς η δεύτερη μπορεί να μας οδηγήσει στη λήψη φαρμάκων που δεν χρειαζόμαστε.

Για παράδειγμα, μία μελέτη διαπίστωσε ότι οι γιατροί θεώρησαν ένα φάρμακο πιο αποτελεσματικό και το συνταγογραφούσαν συχνότερα όταν ενημερώθηκαν για τη σχετική μείωση του κινδύνου από τη χορήγησή του συγκριτικά με την απόλυτη μείωση. Αντίστοιχα, περισσότεροι ασθενείς δέχτηκαν να κάνουν προληπτικές εξετάσεις για τον καρκίνο όταν έμαθαν ποια είναι η σχετική μείωση του κινδύνου από αυτή την παρέμβαση, συγκριτικά με την απόλυτη μείωση.

Προφανώς, αν ο γιατρός σάς έχει συνταγογραφήσει στατίνες δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να σταματήσετε τη λήψης τους. Κάθε απόφαση για την υγεία μας θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται σε συνεργασία με τον γιατρό μας.

Η δυσανεξία στις στατίνες δεν ξεπερνά το 10% των ασθενών και είναι υπερεκτιμημένη

Το ποσοστό των ανθρώπων που παίρνουν στατίνες και εμφανίζουν παρενέργειες όπως μυϊκούς πόνους, κυμαίνεται από 6% έως 10%. Συνεπώς η δυσανεξία στα συγκεκριμένα φάρμακα κατά της υψηλής χοληστερίνης είναι υπερεκτιμημένη και υπερδιαγνωσμένη, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη, τη μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα, καθώς περιέλαβε περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια άτομα.

Σχεδόν οι μισοί ασθενείς στους οποίους έχουν συνταγογραφηθεί στατίνες, σταματούν να τις παίρνουν κάποια στιγμή ή μειώνουν τη δόση ή τις παίρνουν ακανόνιστα, επειδή πιστεύουν ή φοβούνται τις πιθανές παρενέργειες, μολονότι το πρόβλημα, όπως δείχνει η νέα έρευνα, είναι τελικά μικρότερο από ό,τι πιστεύεται. Το αποτέλεσμα είναι ότι αρκετοί ασθενείς, εξαιτίας της αναίτιας και υπερβολικής ανησυχίας τους, κάνουν ανεπαρκή θεραπεία και έτσι αντιμετωπίζουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, λόγω των υψηλών επιπέδων χοληστερίνης τους.

Οι ερευνητές, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «European Heart Journal» της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας, ανέλυσαν 176 έρευνες που αφορούσαν συνολικά 4,14 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η μελέτη (μετα-ανάλυση) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό εμφάνισης παρενεργειών στατινών είναι 9,1% στον γενικό πληθυσμό.

Πολλές έρευνες μέχρι σήμερα έχουν δείξει χωρίς αμφιβολία ότι η θεραπεία με στατίνες μπορεί να σώσει ζωές, γι' αυτό, άλλωστε, είναι από τα πλέον συνταγογραφούμενα φάρμακα διεθνώς. Παρόλα αυτά, όλο αυτόν τον καιρό αιωρείτο μια αμφιβολία για το πόσο συχνές είναι οι πιθανές παρενέργειές τους, με τις προηγούμενες εκτιμήσεις να κυμαίνονται σε μια ευρεία γκάμα από το 5% έως το 50% των ασθενών. Η νέα μελέτη δείχνει ότι είχαν υπερεκτιμηθεί οι διαστάσεις του προβλήματος.

«Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η δυσανεξία στις στατίνες είναι υπερεκτιμημένη και υπερδιαγνωσμένη. Περίπου το 93% των ασθενών που κάνουν θεραπεία με στατίνες, μπορούν να θεραπευθούν αποτελεσματικά, ανεχόμενοι πολύ καλά τα φάρμακα αυτά και χωρίς καθόλου προβλήματα ασφάλειας», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής, καθηγητής Maciej Banach του πολωνικού Ιατρικού Πανεπιστημίου του Λοτζ. Πρόσθεσε ότι «η μελέτη μας, η μεγαλύτερη στον κόσμο, δείχνει ξεκάθαρα ότι οι ασθενείς δεν πρέπει να φοβούνται τη θεραπεία με στατίνες, καθώς γίνεται πολύ καλά ανεκτή. Οι στατίνες μπορούν να παρατείνουν τη ζωή και όπου εμφανίζονται παρενέργειες τους, έχουμε πια αρκετές γνώσεις για να τις αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά. Το πιο σημαντικό μήνυμα της μελέτης μας είναι ότι οι ασθενείς πρέπει να συνεχίσουν να παίρνουν τις στατίνες τους κανονικά σύμφωνα με τη συνταγογραφημένη δόση και να συζητούν τις τυχόν παρενέργειες με τον γιατρό τους, παρά να διακόπτουν τα φάρμακα».

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το φαινόμενο του nocebo (αρνητικές προσδοκίες για ένα φάρμακο, δηλαδή το αντίθετο του placebo) μπορούν να εξηγήσουν πάνω από το 50% των συμπτωμάτων που νιώθουν όσοι παίρνουν στατίνες. Η μελέτη δείχνει επίσης ότι μεγαλύτερη πιθανότητα να μην ανεχτούν καλά τις στατίνες, έχουν οι πιο ηλικιωμένοι, οι γυναίκες, οι παχύσαρκοι, οι διαβητικοί, καθώς και εκείνοι με νεφρική ανεπάρκεια και χρόνια ηπατικά προβλήματα. Επίσης η ταυτόχρονη με τις στατίνες χορήγηση φαρμάκων κατά της καρδιακής αρρυθμίας και της υπέρτασης ή η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα δυσανεξίας σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗ OPTIMISE: ΠΟΣΟ ΑΣΦΑΛΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΫΠΕΡΤΑΣΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΗΛΙΚΙΑ;

 
«Γιατρέ, μπορείτε να μειώσετε μερικά από τα φάρμακά μου; Νομίζω ότι παίρνω πάρα πολλά χάπια».

Αρκετοί γιατροί καλούνται συχνά να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα από τους ασθενείς τους. Η πολυφαρμακία, η λήψη δηλαδή ενός μεγάλου αριθμού φαρμάκων, είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που επηρεάζει κυρίως τους ηλικιωμένους ασθενείς. Η οργάνωση μίας μεγάλης λίστας φαρμάκων και ο προγραμματισμός της λήψης τους σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού, αποτελεί πρόκληση για αρκετούς ασθενείς. Εκτός από τη σωματική και ψυχική επιβάρυνση που προκαλεί η συμμόρφωση με το ακριβές πρόγραμμα λήψης του κάθε φαρμάκου, οι ηλικιωμένοι διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ή άλλες αλληλεπιδράσεις που αποδίδονται στην πολυφαρμακία.

Ένα σημαντικό ποσοστό των φαρμάκων που λαμβάνουν καθημερινά αρκετοί ηλικιωμένοι αφορά τη ρύθμιση της υπέρτασης. Δεδομένα από την Farmingham Heart Study έδειξαν ότι πάνω από το 90% των μεσηλίκων θα παρουσιάσει τελικά υπέρταση και τουλάχιστον το 60% θα χρειαστεί φάρμακα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Η μελέτη OPTIMISE, η οποία δημοσιεύτηκε προσφάτως στο JAMA, εξέτασε ποιες είναι οι επιδράσεις της μείωσης του αριθμού των φαρμάκων για τη ρύθμιση της υπέρτασης στους ηλικιωμένους.

Πόσο Χαμηλή Πρέπει να είναι η Αρτηριακή Πίεση στους Ηλικιωμένους;

Προηγούμενες μεγάλες έρευνες, μεταξύ των οποίων η μελέτη HYVET και η μελέτη SPRINT, έδειξαν ότι η αντιμετώπιση της υπέρτασης στης τρίτη ηλικία αποτελεί προτεραιότητα καθώς προστατεύει από το έμφραγμα του μυοκαρδίου, την καρδιακή ανεπάρκεια, το εγκεφαλικό επεισόδιο και τον καρδιαγγειακό θάνατο. Αν και η μελέτη SPRINT εξέτασε αρκετούς διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, από αυτήν εξαιρέθηκαν ορισμένες ομάδες ηλικιωμένων, όπως για παράδειγμα αυτοί που μένουν σε οίκους ευγηρίας, οι ασθενείς με άνοια, οι διαβητικοί καθώς και αυτοί με ορισμένες άλλες παθήσεις που σχετίζονται με αδυναμία.

Οι τελευταίες οδηγίες του American College of Cardiology (ACC) και του American Heart Association (AHA), δημοσιεύτηκαν το 2017 και ορίζουν ως ανώτατο όριο της φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης τα 120/80 mmHg για τους περισσότερους ανθρώπους. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για τη ρύθμιση της υπέρτασης, ο στόχος είναι τα 130/80 mmHg. Οι οδηγίες του European Society of Cardiology (ESC) και του European Society of Hypertension (ESH) θέτουν ως στόχο τα 140/90 mmHg.

Παρά τις διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς των ΗΠΑ και της Ευρώπης ως προς τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ότι η αδυναμία, το προσδόκιμο ζωής, καθώς και τα χρόνια νοσήματα κάθε ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη φαρμακευτική θεραπεία που χορηγείται από τον γιατρό.

Τι Διαπίστωσε η Μελέτη OPTIMISE για τους Ηλικιωμένους που Έλαβαν Χαμηλότερες Δόσεις;

Η μελέτη OPTIMISE έδειξε ότι, σε ορισμένους ηλικιωμένους μπορεί να περιοριστεί ο αριθμός των αντιϋπερταστικών φαρμάκων που λαμβάνουν, χωρίς να παρατηρηθεί σημαντική αύξηση στην αρτηριακή τους πίεση. Στη μελέτη, οι επιστήμονες χώρισαν τυχαία σε δύο ομάδες 569 εθελοντές ηλικίας άνω των 80 ετών με συστολική πίεση κάτω από 150 mmHg. Η μία ομάδα συνέχισε κανονικά τα αντιϋπερτασικά φάρμακα που λάμβανε πριν την έρευνα, ενώ στην άλλη ομάδα αφαιρέθηκε ένα ή περισσότερα φάρμακα, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πρωτόκολλο. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για 12 εβδομάδες με σκοπό να εκτιμήσουν τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης.

Όπως διαπιστώθηκε, τόσο οι εθελοντές που συνέχισαν τη θεραπεία όσο και αυτοί που μείωσαν τον αριθμό των φαρμάκων που λάμβαναν, είχαν παρόμοια αρτηριακή πίεση στο τέλος της έρευνας. Αν και η μέση αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης στην ομάδα που μείωσε τη φάρμακα ήταν 3.4 mmHg, η διαφορά του αριθμού των ασθενών που είχαν συστολική πίεση κάτω από 150 mmHg στο τέλος της έρευνας δεν ήταν στατιστικώς σημαντική. Μάλιστα, σχεδόν το 2/3 των ασθενών δεν χρειάστηκαν επανέναρξη των φαρμάκων που είχαν διακόψει μετά το πέρας της έρευνας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι η μελέτη OPTIMISE είχε σχετικά μικρό μέγεθος και οι επιστήμονες δεν εξέτασαν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αναφορικά με τον κίνδυνο εμφράγματος, καρδιακής ανεπάρκειας ή εγκεφαλικού επεισοδίου (όπως έκαναν οι HYVET και SPRINT), επομένως δεν προσφέρει δεδομένα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις της διακοπής των αντιϋπερτασικών φαρμάκων.

Οι Μελλοντικές Έρευνες θα Εξετάσουν τις Μακροπρόθεσμες Επιδράσεις της Διακοπής Ορισμένων Αντιϋπερτασικών Φαρμάκων

Αν και η μελέτη OPTIMISE προσφέρει σημαντικά δεδομένα, θα χρειαστεί να γίνουν μεγαλύτερες και μακρύτερης διάρκειας έρευνες που θα εξετάσουν αν η διακοπή ορισμένων αντιϋπερτασικών είναι ασφαλής μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης χρησιμοποίησαν ως στόχο της συστολικής πίεσης τα 150 mmHg, ο οποίος είναι υψηλότερος από αυτόν που έχουν ορίσει οι οδηγίες των ACC/AHA και ESC/ESH.

Ένας άλλος περιορισμός της έρευνας ήταν ότι ο γιατρός που παρακολουθούσε τον κάθε ασθενή αποφάσιζε αν μπορούν να αφαιρεθούν φάρμακα από τη θεραπεία του. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά επέτρεψε να εξεταστεί ο κάθε ασθενής εξατομικευμένα από έναν γιατρό που ξέρει καλά την κατάσταση της υγείας του.

Συμπέρασμα

Αν και η μελέτη δείχνει ότι ορισμένοι ηλικιωμένοι μπορούν πράγματι να μειώσουν τον αριθμό των αντιϋπερτασικών φαρμάκων που παίρνουν, η απόφαση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα για κάθε ασθενή.

Βιβλιογραφία: Harvard Health

 


Μόλις 1 στα 4 νέα φάρμακα έχουν σημαντικό όφελος για τους ασθενείς

Διεθνή αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου ανάπτυξης και έγκρισης νέων φαρμάκων προτείνει ο Γερμανικός Οργανισμός Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας IQWiG, στο πλαίσιο μελέτης του στα νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν από το 2011 – 2017, εξαιρουμένων των ορφανών φαρμάκων.
Η αλλαγή που προτείνεται από τους Γερμανούς εμπειρογνώμονες, σχετίζεται τις συγκριτικές μεθόδους των κλινικών μελετών, καθώς τα νέα φάρμακα συγκρίνονται με εικονικό φάρμακο(placebo), είτε στην περίπτωση που συγκρίνονται με υπάρχουσες θεραπείες, η έγκριση δίνεται στη βάση της «μη κατωτερότητας».
Η μελέτη του IQWiG, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο British Medical Journal (BMJ),διαπίστωσε ότι η πλειονότητα των νέων φαρμάκων δεν διέφερε σημαντικά από πλευράς αποτελεσματικότητας σε σύγκριση με τις συνήθειες θεραπείες, καταρρίπτοντας έτσι τον μύθο ότι το καινούριο είναι εξ΄ορισμού και καλύτερο.
Συγκεκριμένα, από τις 216 νέες εγκρίσεις – οι 152 αφορούσαν νέες δραστικές ουσίες και οι 64 νέες ενδείξεις για υπάρχοντα φάρμακα – μεταξύ 2011 και 2017, ο Γερμανικός οργανισμός διαπίστωσε πως μόνο οι 54 (25%) έχουν σημαντικό ή μεγάλο όφελος έναντι των κλασσικών θεραπειών. Όσο για τα υπόλοιπα, το όφελος ήταν είτε μικρό ή δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ποσοτικά, ή οι αξιολογητές δεν είχαν επαρκή στοιχεία για να αποφασίσουν.

Συμπληρώματα ωμέγα-3: Δεν προκύπτει όφελος στις αγγειακές παθήσεις (μελέτη ASCEND).

Η μεγαλύτερη και μακρύτερη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο τυχαιοποιημένη μελέτη του συμπληρώματος ωμέγα-3 λιπαρού οξέος (όπως βρέθηκε στο ιχθυέλαιο) δεν έχει βρει καμιά επίδραση στα σοβαρά αγγειακά συμβάματα, τον καρκίνο ή τη θνησιμότητα.
Αυτή η ανάλυση από τη μελέτη ASCEND των 2 × 2 παραγόντων που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας (ESC) 2018 και ταυτόχρονα δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine.
"Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, πιστεύω ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τη χορήγηση ω-3 λιπαρών οξέων ω-3 για την πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων και ότι θα πρέπει να επανεξεταστούν οι συστάσεις της τρέχουσας κατευθυντήριας οδηγίας", κατέληξε ο ερευνητής, Louise Bowman, MD, αναπληρωτής καθηγητής στη μονάδα κλινικής δοκιμής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Bowman παρατήρησε ότι τα συμπληρώματα ιχθυελαίου χρησιμοποιούνται ευρέως λόγω των ευεργετικών δράσεων τους στο καρδιαγγειακό, εγκεφαλικό, βάρους, όρασης, φλεγμονής, δέρματος, εγκυμοσύνης, λιπώδους ιστού, κατάθλιψης, παιδικής συμπεριφοράς, ψυχικής παρακμής, αλλεργιών και οστών. Αυτά τα προϊόντα αποτιμήθηκαν στα 31 δισεκατομμύρια δολάρια το 2015.
Σημείωσε ότι προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η υψηλότερη πρόσληψη ιχθυελαίων συνδέεται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο και ότι τα συμπληρώματα ωμέγα-3 λιπαρών οξέων συνιστώνται για τη δευτερογενή πρόληψη των καρδιακών παθήσεων βάσει μελετών που έγιναν τη δεκαετία του 1980 και του 1990, για την πρόληψη. Ωστόσο, πρόσφατες μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων δοκιμών δεν έχουν δείξει οφέλη των ω-3 λιπαρών οξέων στην πρωτογενή ή δευτερογενή πρόληψη.
Η μελέτη ASCEND εξέτασε ειδικά τους ασθενείς με πρωτοπαθή διαβήτη, μια ομάδα που θεωρείται ότι διατρέχει υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης αγγειακών ασθενειών.
Η μελέτη περιελάμβανε 15.480 ασθενείς με διαβήτη του Ηνωμένου Βασιλείου (ηλικίας ≥ 40 ετών) χωρίς προηγούμενη καρδιαγγειακή νόσο που τυχαιοποιήθηκαν σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, κάψουλα 1 g / ημέρα ή εικονικό φάρμακο.
Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για μέσο όρο 7,4 ετών, με μέση προσκόλληση σε ωμέγα-3 κάψουλες κατά 77%.
Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν διαφορά στην αρχική έκβαση αποτελεσματικότητας - σοβαρά αγγειακά συμβάματα (έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδική ισχαιμική επίθεση ή καρδιαγγειακό θάνατο) ή στο δευτερογενές τελικό σημείο όταν προστέθηκε επαναγγείωση.
Μελέτη ASCEND: Αποτελέσματα τελικού σημείου για ωμέγα-3 λιπαρά οξέα έναντι εικονικού φαρμάκου
Έλλειμμα ιχθυελαίου τελικού σημείου (%) Ρυθμός ποσοστού εικονικού φαρμάκου (%) (95% διάστημα εμπιστοσύνης)
Σοβαρά αγγειακά συμβάματα 8,9 9,2 0,97 (0,87 - 1,08)
Σοβαρά αγγειακά συμβάντα ή επαναγγείωση 11,4 11,5 1,00 (0,91 - 1,09)
Η θνησιμότητα επίσης δεν διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων, αν και ο Bowman επεσήμανε ένα «κολακευτικό αποτέλεσμα» για τον αγγειακό θάνατο, ο οποίος μειώθηκε σημαντικά στην ομάδα ιχθυελαίου: -2,5% έναντι 3,1%. , 0,82 (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 0,68-0,98).
Ωστόσο, είπε ότι θα είναι προσεκτικός στην ερμηνεία αυτού του αποτελέσματος εξαιτίας των πολλαπλών συγκρίσεων και της έλλειψης επίδρασης στα μη θανατηφόρα γεγονότα.
Συζητώντας τη δοκιμή στη συνάντηση της ESC Hotline, ο Christopher Cannon, MD, το Brigham και το γυναικείο νοσοκομείο της Βοστώνης, Μασαχουσέτη, επεσήμαναν ότι μια προηγούμενη μετα-ανάλυση των δοκιμών ιχθυελαίου έχει επίσης επιδείξει ένα όφελος από το ιχθυέλαιο στον αγγειακό θάνατο. Είπε ότι εξαιτίας αυτού, "Περιμένω με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα μιας άλλης μεγάλης δοκιμής που διερευνά 1 γραμμάριο ιχθυελαίου (VITAL) που θα αναφερθεί αργότερα αυτό το έτος".
Η κυρίαρχη ερώτηση σχετικά με το ιχθυέλαιο φαίνεται να είναι σχετικά με τη δόση, με προτάσεις ότι οι υψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι καλύτερες.
Σε αυτό το θέμα, ο Bowman είπε: «Επιλέξαμε τη δόση των 1 g με βάση τις προηγούμενες μελέτες που είχαν δείξει υπόσχεση. Ναι, παραμένει το ερώτημα αν μια υψηλότερη δόση των 2 έως 4 g θα έδειχνε ένα αποτέλεσμα καθώς αυτές οι δόσεις έχουν μεγαλύτερη επίδραση στη μείωση των τριγλυκεριδίων, αλλά θα μπορούσε να υπάρξει ένα πιθανό θέμα ανεκτικότητας με τέτοιες υψηλές δόσεις. "
Δυο άλλες μεγάλες δοκιμές υψηλότερων δόσεων ιχθυελαίου (REDUCE-IT και STRENGTH) με στόχο τη μείωση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων θα οριστούν σύντομα και θα είναι ενδιαφέρον να δούμε αν παρουσιάζουν διαφορετικά αποτελέσματα, σημειώνει ο Cannon.
Σχετικά με τον τύπο του προϊόντος που χρησιμοποιήθηκε, ο Bowman είπε: «Χρησιμοποιήσαμε την έκδοση συνταγών για τα καθαρισμένα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα υψηλής αντοχής, τα οποία συνιστώνται στις οδηγίες για τη δευτερογενή πρόληψη. χαμηλότερες δόσεις των ω-3 λιπαρών οξέων και θα ήταν ακόμη λιγότερο πιθανό να έχουν αποτέλεσμα ».
Πρέπει να σταματήσουμε να τρώμε ψάρια;
Ερωτηθείς για το ποια είναι η επίδραση αυτής της δοκιμής στη συμβουλή να τρώει ψάρια τακτικά, ο Bowman παρατήρησε ότι τα θετικά ευρήματα που υποστηρίζουν την κατανάλωση ψαριών προέρχονται από παρατηρητικές μελέτες που έχουν "πολλές δυσκολίες".
"Αλλά σίγουρα μια κάψουλα ψαριού δεν είναι ψάρι και αν τρώτε ένα ψάρι, πιθανότατα δεν τρώτε μια μπριζόλα 10 ουγκιών, έτσι ώστε από μόνη της να είναι διαφορετική και να προσπαθήσετε να διώξετε αυτό που συγχέεται με τις μελέτες παρατήρησης είναι πολύ δύσκολο ", είπε. "Σίγουρα δεν θα πρότεινα να απομακρύνω τα ψάρια από τη δίαιτα, επειδή η δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε ψάρια είναι πιθανώς πιο ευεργετική από τη δίαιτα με ψηλά μπριζόλα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γι 'αυτό από αυτή τη δοκιμή".

Ένα άλλο σημείο που τέθηκε ήταν ότι το εικονικό φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε στη δοκιμή ήταν το ελαιόλαδο, το οποίο το ίδιο θα μπορούσε να έχει κάποια οφέλη, αλλά ο Bowman είπε ότι "σε ένα σύγχρονο πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα επιπλέον 1 g ελαιολάδου είναι απίθανο να έχει οποιαδήποτε επίδραση".
Σημείωσε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές επί του παρόντος διαφέρουν ελαφρώς από χώρα σε χώρα, αλλά υπάρχει η αίσθηση ότι για τη δευτερογενή πρόληψη τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα θα πρέπει σίγουρα να ληφθούν υπόψη.
"Μπορείτε να υποστηρίξετε ότι αυτή ήταν μια δίκη πρωτογενούς πρόληψης, αλλά όταν το προσθέτετε σε όλα τα άλλα δεδομένα που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα συνεπές μήνυμα ότι δεν έχουμε καμία απόδειξη οποιουδήποτε οφέλους. δεν είναι παράλογο να γίνεται παρέκταση του πληθυσμού δευτερογενούς πρόληψης στο πλαίσιο όλων των διαθέσιμων δεδομένων. "
Περιέγραψε τη σημασία του μάρκετινγκ πίσω από τη βιομηχανία συμπληρωμάτων ως "αρκετά φαινομενική". Συνέχισε: "Υπάρχουν ολόκληρα καταστήματα αφιερωμένα στην πώληση αυτών των προϊόντων, αλλά αγωνιζόμαστε να βρούμε για την υγεία κάποιο από αυτά τα συμπληρώματα - φολικό οξύ, βιταμίνες και ιχθυέλαιο".
Σχετικά με άλλες πιθανές επιπτώσεις του ιχθυελαίου, ο Bowman είπε: «Ενώ η μελέτη δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει συγκεκριμένα άλλα θεραπευτικά πεδία, εξετάσαμε άλλες κατηγορίες ασθενειών και δεν βρήκαμε κανένα που φαίνεται να επωφελείται από τη συμπλήρωση του ιχθυελαίου».
Ερωτηθείς εάν υπήρξαν επιδράσεις στη γνωστική λειτουργία της μελέτης, ο Bowman είπε ότι συμπεριέλαβαν μια δοκιμασία γνωστικής λειτουργίας στο τέλος της μελέτης, αλλά τα αποτελέσματα εξακολουθούν να αναλύονται.
Σχολιάζοντας το Η Medscape Cardiology, η Ileana Piña, MD, καθηγήτρια της ιατρικής και επικεφαλής της καρδιολογίας του Albert Einstein College of Medicine του ιατρικού κέντρου Montefiore, Bronx, Νέα Υόρκη, δήλωσε: «Έχω τόσους πολλούς ασθενείς που θέλουν να αγοράσουν συμπληρώματα ιχθυελαίου. για να εξοικονομήσουν τα χρήματά τους και να τρώνε ψάρια δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα. Αυτή η δοκιμή ενισχύει αυτή την άποψη. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ μιας κάψουλας ιχθυελαίου και της κατανάλωσης ψαριών που αποτελεί μέρος της μεσογειακής διατροφής για την οποία υπάρχουν στοιχεία ωφελείας. "
Το ASCEND ήταν μια μελέτη 2 × 2 παράγοντα που επίσης διερεύνησε την επίδραση της ασπιρίνης σε αγγειακά συμβάματα σε διαβητικούς ασθενείς. Τα αποτελέσματα αναφέρονται σε ξεχωριστό άρθρο Medscape Medical News.
Η δοκιμή ASCEND υποστηρίχθηκε από επιχορηγήσεις στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από το British Heart Foundation. Οι Solvay, Abbott και Mylan παρείχαν τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και το εικονικό φάρμακο.
Ευρωπαϊκή Σύνοδος Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC) 2018. Παρουσιάστηκε στις 26 Αυγούστου 2018.
Πηγή: medscape

Αύξηση 20% παρουσιάζουν οι κλινικές μελέτες το 2015.

Νέο θεσμικό πλαίσιο για τις κλινικές μελέτες , δηλαδή την  έρευνα για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων,  ετοιμάζει ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων,  για την   περαιτέρω ανάπτυξη τους , διότι πέραν της συνεισφοράς τους στη Δημόσια Υγεία, συμβάλλουν αποφασιστικά και στην επιδιωκόμενη ανάπτυξη της χώρας. «Υπάρχει εθνικός σχεδιασμός» και  χρειάζεται ο συντονισμός όλων των εμπλεκομένων για να ξεπεραστούν προβλήματα και να υπάρξει σταθερότητα, διαφάνεια, απλοποίηση ανέφεραν  οι εκπρόσωποι του ΕΟΦ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών  Μελετών (20 Μαρτίου).  
Ο Οργανισμός υπογράμμισε η πρόεδρός του Κατερίνα Αντωνίου, με τις παρεμβάσεις του στοχεύει στην  προάσπιση της ασφάλειας των ασθενών, στην πρόσβασή τους σε νέα φάρμακα, στην ορθή διεκπεραίωση της μελέτης σύμφωνα με τους κανόνες κλινικής πρακτικής και στην ανάπτυξη των κλινικών μελετών στη χώρα. Όπως είπε, ο ΕΟΦ συμμετείχε σε ευρωπαϊκό επίπεδο  στη συζήτηση για τις κλινικές μελέτες και στην αναθεώρηση του κανονιστικού  πλαισίου που θα τεθεί σε ισχύ το 2017. Ομάδα εργασίας που έχει συστήσει ο Οργανισμός  μελέτησε τα άρθρα του Κανονισμού που χρήζουν εθνικών ρυθμίσεων και η εισήγηση θα αποσταλεί στο υπουργείο Υγείας για  ακόλουθες νομοθετικές ρυθμίσεις. Τα προσδοκώμενα οφέλη από τις κλινικές μελέτες με φάρμακα θεωρούνται πολύπλευρα και σημαντικά και αφορούν στους ασθενείς που τους παρέχεται η δυνατότητα πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες,  στην ανάπτυξη των νοσηλευτικών ιδρυμάτων,  στην εκπαίδευση των γιατρών και ερευνητών, στην εξέλιξη της δημόσιας υγείας  και  στην εδραίωση της κλινικής έρευνας και ανάπτυξης.