Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταβολισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταβολισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έρευνα δημοσιευμένη στο περιοδικό Diabetes εξετάζει τη σχέση ελαιόλαδου, γαστρικής κένωσης και ρύθμισης του σακχάρου.

Ο χρόνος κατανάλωσης των τροφίμων φαίνεται να επηρεάζει τη μεταγευματική γλυκόζη. Μελέτη σε ποντίκια δείχνει ότι η λήψη ελαιολάδου πριν από την κατανάλωση γλυκόζης περιορίζει την αρχική αύξηση του σακχάρου, μέσω ενός σύνθετου μηχανισμού που περιλαμβάνει ορμόνες και το αυτόνομο νευρικό σύστημα.

Δεν έχει σημασία μόνο το είδος των τροφίμων που καταναλώνουμε, αλλά και η σειρά με την οποία τα τρώμε. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση λαχανικών, πρωτεϊνών ή λιπαρών πριν από τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες μπορεί να περιορίσει την επακόλουθη αύξηση της γλυκόζης στο αίμα.

Στους μηχανισμούς που φαίνεται να εξηγούν το φαινόμενο περιλαμβάνονται η επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης, δηλαδή της μεταφοράς της τροφής από το στομάχι προς το λεπτό έντερο, καθώς και η έκκριση γαστρεντερικών ορμονών, κυρίως του πεπτιδίου GLP-1 (glucagon-like peptide-1). Ωστόσο, ο ρόλος της γλυκαγόνης, μιας ακόμη ορμόνης που διεγείρεται από την πρόσληψη λιπαρών, και η συμβολή του νευρικού συστήματος στη ρύθμιση της κινητικότητας του στομάχου δεν είχαν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Η Ώρα των Γευμάτων Δεν Επηρεάζει την Απώλεια Βάρους Σύμφωνα με Νέα Μελέτη


Συζητείται καιρό τώρα ότι η κατανάλωση των περισσοτέρων θερμίδων το πρωί βοηθά στην απώλεια βάρους καθώς έτσι οι θερμίδες καίγονται ευκολότερα. 

Σύμφωνα με μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Cell, η πεποίθηση αυτή είναι λανθασμένη, καθώς η ώρα που καταναλώνουμε μία ποσότητα θερμίδων δεν επηρεάζει τον τρόπο που ο οργανισμός θα μεταβολίσει τις θερμίδες. Ωστόσο, η ίδια έρευνα παρατήρησε ότι αυτοί που καταναλώνουν το μεγαλύτερο γεύμα της ημέρας το πρωί έχουν μειωμένη όρεξη κατά τη διάρκεια της ημέρας, γεγονός που μπορεί να διευκολύνει την απώλεια βάρους.

«Σήμερα υπάρχουν διάφορες θεωρίες σχετικά με την ώρα που πρέπει να καταναλώνουμε τα γεύματα αν θέλουμε να διευκολύνουμε την απώλεια βάρους. Οι θεωρίες αυτές βασίζονται κυρίως στον κιρκαδικό ρυθμό, ωστόσο αρκετοί διατροφολόγοι δεν συμφωνούν με αυτές. Στην έρευνά μας αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε πως επηρεάζεται ο μεταβολισμός από την ώρα της ημέρας», αναφέρουν οι συγγραφείς.

Στα πλαίσια της μελέτης τους, οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 30 υπέρβαρους ή παχύσαρκους εθελοντές (16 άνδρες και 14 γυναίκες). Οι εθελοντές χωρίστηκαν σε 2 ομάδες, εκ των οποίων η πρώτη έκανε διατροφή με τις περισσότερες θερμίδες το πρωί, ενώ η δεύτερη κατανάλωνε τις περισσότερες θερμίδες το βράδυ. Οι δίαιτες αυτές είχαν 30% περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, 35% σε υδατάνθρακες και 35% σε λίπη. Μετά από ένα κενό μίας εβδομάδας, οι εθελοντές άλλαξαν ομάδες και έκαναν ξανά τις δίαιτες για άλλες 4 εβδομάδες. Με τον τρόπο αυτό, ο κάθε εθελοντής ήταν δυνατό να αποτελέσει την ομάδα ελέγχου για τον εαυτό του.

Από την ανάλυση των δεδομένων, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι η κατανάλωση ενέργειας και η απώλεια βάρους ήταν ίδια, ανεξαρτήτως της ώρας που γινόταν το μεγαλύτερο γεύμα. Οι εθελοντές έχασαν κατά μέσο όρο 3 κιλά στο διάστημα των 4 εβδομάδων ανεξαρτήτως αν έκαναν το μεγάλο γεύμα το πρωί ή το βράδυ.

Ένα δευτερεύον τελικό σημείο της έρευνας ήταν η ρύθμιση της όρεξης, ο γλυκαιμικός έλεγχος και η σύσταση του σώματος. Όπως ανέφερε η επιστημονική ομάδα, οι εθελοντές που έτρωγαν το μεγάλο γεύμα το πρωί είχαν μειωμένη όρεξη κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το γεγονός αυτό πιθανώς θα είχε χρησιμότητα στις προσπάθειες για απώλεια βάρους στον πραγματικό κόσμο.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η μελέτη τους προσφέρει σημαντικά δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν ίσως να εφαρμοστούν και σε άλλες δίαιτες, όπως η διαλειμματική νηστεία, προκειμένου να προσδιοριστεί ποια είναι η καλύτερη ώρα για την κατανάλωση των θερμίδων.

Η ομάδα έχει ξεκινήσει ήδη μία νέα μελέτη στην οποία θα εξετάσει εθελοντές που δουλεύουν με κυλιόμενο ωράριο. Καθώς ο κιρκαδικός ρυθμός είναι διαφορετικός σε αυτά τα άτομα, ενδεχομένως θα υπάρχει διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων σε σχέση με την παρούσα μελέτη.

«Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει μία δίαιτα που είναι ιδανική για όλους. Οι έρευνες αυτού του είδους μάς βοηθούν να κατανοήσουμε ποια είναι η καλύτερη διατροφή για τον καθένα από εμάς», καταλήγει η μελέτη.