ΠΑΣΙΔΙΚ: Ανοιχτή Επιστολή για τη σύναψη σύμβασης με τους παρόχους πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας


Προς
Υπουργό Υγείας
κ. Παν. Κουρουμπλή
Αθήνα, 11/06/2015
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
   Αξιότιμε κύριε Υπουργέ, 
  Σε λίγες μέρες από σήμερα, συμπληρώνονται πέντε μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων σας και για το κυρίαρχο θέμα των συμβάσεων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με τις ιδιωτικές μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, οι οποίες λήγουν στο τέλος του τρέχοντος μηνός μετά από πέντε παρατάσεις-ανανεώσεις της αρχικής και μοναδικής σύμβασης η οποία υπεγράφη από το Σύνδεσμο μας με την λειτουργία του Οργανισμού στις αρχές του 2012, δεν έχετε κάνει απολύτως τίποτα, ή για να είμαστε απόλυτα ακριβείς, έγινε μία πρώτη και μοναδική συνάντηση με την ομάδα εργασίας που καθόρισε ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η οποία όμως είχε περισσότερο τα χαρακτηριστικά εθιμοτυπικής επίσκεψης και της γνωριμίας και όχι ουσιαστικής συζήτησης, αφού τα μέλη της δεν είχαν την εξουσιοδότηση να διαπραγματευτούν με τους παρόχους και φυσικά ούτε να αποφασίσουν για το περιεχόμενο της νέας σύμβασης, παρά μόνο είχαν επιφορτισθεί με το έργο να καταγράψουν προθέσεις και προτάσεις.
   Αφήνοντας κατά μέρος αυτήν την ανεξήγητη αδιαφορία από την πλευρά του Υπουργείου Υγείας, οφείλουμε να επισημάνουμε σ’ εσάς αλλά και σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ότι τα Διαγνωστικά Κέντρα και Εργαστήρια συνεχίζουν να εξυπηρετούν καθημερινά, πάνω από το 90% των ασφαλισμένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.,

άμεσα, ποιοτικά και με αξιοπιστία αποτελεσμάτων, πραγματοποιώντας όλες τις αναγκαίες διαγνωστικές εξετάσεις που παραγγέλλουν οι κλινικοί συνάδελφοί τους, ως είναι υποχρεωμένα από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και από το αστικό δίκαιο, διακινδυνεύοντας όμως για μία τρίτη χρονιά να μην αποζημιωθούν για όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, δεδομένου ότι συνεχίζει να υφίσταται το ανήθικο, αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό μέτρο της αυτόματης επιστροφής δαπανών (claw back) και της αναγκαστικής έκπτωσης (rebate), δύο ληστρικά μέτρα που και εσείς ο ίδιος, αλλά και ο Πρόεδρος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τα έχετε χαρακτηρίσει ως επαχθή και απαράδεκτα, μέτρα τα οποία επιβάλλονται μάλιστα στους παρόχους εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να καθορίσουν τον αριθμό των ζητούμενων προς διενέργεια διαγνωστικών εξετάσεων, αλλά αντιθέτως, όπως προαναφέραμε, είναι υποχρεωμένοι να τις εκτελέσουν, για να μην τους καταλογισθούν διοικητικές, αστικές ή ακόμη και ποινικές ευθύνες.
   Επιπλέον, οι συνταγογραφικές οδηγίες και τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια αναγραφής εξετάσεων ανά Α.Μ.Κ.Α ασφαλισμένου και ανά ιατρική ειδικότητα, άργησαν να εφαρμοστούν, με αποτέλεσμα οι πρώτοι πέντε μήνες τρέχοντος έτους να έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το τμήμα του προϋπολογισμού που τους αντιστοιχεί, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον κίνδυνο επιβολής νέων περικοπών στους παρόχους εργαστηριακής ιατρικής και την τρέχουσα χρονιά.
    Επισημαίνουμε και πάλι ότι είναι επιτακτική ανάγκη η υπογραφή μίας νέας σύμβασης μεταξύ των ιδιωτικών μονάδων παροχής υπηρεσιών εργαστηριακής ιατρικής (Διαγνωστικά Κέντρα και Εργαστήρια) και του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η οποία θα διασφαλίζει αυτό που ισχύει σε όλα τα ελεύθερα και δημοκρατικά κράτη του πλανήτη, ότι όποια διαγνωστική εξέταση εκτελείται, αποζημιώνεται
   Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να θυμίσουμε σε εσάς αλλά και σε όλη την κοινωνία, ότι τα Διαγνωστικά Κέντρα και Εργαστήρια : 
   1)    Εξυπηρετούν σήμερα πάνω από το 90% των ασφαλισμένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις υποδομές που διαθέτουν.
   2)    Παρέχουν τις ιατρικές τους υπηρεσίες σε δέκα περίπου εκατομμύρια πολίτες, άμεσα, με αξιοπρέπεια, με ποιότητα υποδομών και με αξιοπιστία αποτελεσμάτων.
   3)    Δαπανούν για κάθε εξεταζόμενο ένα σεβαστό ποσό χρημάτων για αντιδραστήρια και άλλα αναλώσιμα υλικά, απαραίτητα για την εκτέλεση του ιατρικού τους έργου, χωρίς να υπολογίζεται η μισθοδοσία προσωπικού (ιατρικού, παραϊατρικού, διοικητικού κ.α.), οι ασφαλιστικές εισφορές, τα λειτουργικά έξοδα (φως, νερό, τηλέφωνο, ενοίκιο, γραφική ύλη κ.λπ), καθώς και έξοδα αγοράς, λειτουργίας και συντήρησης πανάκριβων μηχανημάτων υψηλής τεχνολογίας, απαραίτητα για τις διαγνωστικές εξετάσεις που εκτελούν.
   4)    Συνεργάζονται με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με τιμές οι οποίες έχουν να αναπροσαρμοστούν από το έτος 1991, ενώ σε πολλές εξετάσεις αυτές οι τιμές έχουν υποστεί και μείωση με τις νέες ασφαλιστικές τιμές, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους του Οργανισμού άμεσα, ποιοτικά και αξιόπιστα, με το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών να είναι δύο με τρεις φορές χαμηλότερο απ’ ότι κοστίζουν στις δημόσιες δομές του κράτους και με μεγάλη διαφορά στο χρόνο εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
   5)    Απασχολούν χιλιάδες άτομα προσωπικό, στις 2.500 περίπου μονάδες τους που είναι διασκορπισμένες σχεδόν σ’ όλη την επικράτεια, εξασφαλίζοντας σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας και συμβάλλοντας σε μεγάλο βαθμό στην καταπολέμηση της ανεργίας και στην αύξηση του Α.Ε.Π. της χώρας μας.
   6)    Ζητούν από συστάσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και μετ’ επιτάσεως, την εφαρμογή ολοκληρωμένου ηλεκτρονικού συστήματος μηχανογράφησης άμεσα συνδεδεμένου (on line) με όλους τους εμπλεκόμενους και τη δημιουργία ισχυρού ελεγκτικού μηχανισμού με συνεχή παρακολούθηση και σε πραγματικό χρόνο (real time) όλων των δεδομένων που παράγονται, για την καταπολέμηση της προκλητής ζήτησης, της συναλλαγής και της διαφθοράς, ενώ προτείνουν διαχρονικά την εφαρμογή διαγνωστικών πρωτοκόλλων για τον περιορισμό της σπατάλης διαγνωστικών εξετάσεων.
   7)    Τέλος, όπως προαναφέραμε, ενώ είναι υποχρεωμένα λόγω της σύμβασης που έχουν με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. να εκτελούν όλες τις εργαστηριακές εξετάσεις που αναγράφονται στο ηλεκτρονικό παραπεμπτικό του ασφαλισμένου, έχουν ήδη υποστεί, με αυταρχικό μάλιστα τρόπο, άδικες περικοπές της τάξης του 50% των απαιτήσεων τους προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., για δύο συναπτά έτη, αφού η Πολιτεία εφάρμοσε για τα έτη 2013 και 2014 τα ανήθικα, αντιδημοκρατικά και αντισυνταγματικά μέτρα της αυτόματη επιστροφή δαπανών (claw back) και των αναγκαστικών εκπτώσεων (rebate), μετατρέποντας στην ουσία τους παρόχους εργαστηριακής ιατρικής  σε σύγχρονους σκλάβους και οδηγώντας τις μονάδες τους στα πρόθυρα της χρεοκοπίας  και της οικονομικής καταστροφής.
Με άλλα λόγια, οι ιδιωτικές εργαστηριακές μονάδες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Διαγνωστικά Κέντρα και Εργαστήρια) είναι στην ουσία η επέκταση και η συμπλήρωση των δημοσίων δομών ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας, καλύπτοντας στο μεγαλύτερο βαθμό τις ανάγκες των πολιτών για διαγνωστικές εξετάσεις και παρέχοντας τις ιατρικές τους υπηρεσίες ταχύτερα, ποιοτικότερα και με πολύ χαμηλότερο κόστος απ’ ότι οι δημόσιες δομές.
   Είναι αδιανόητο λοιπόν σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες που διέρχεται η πατρίδα μας και ο λαός της, με τις δημόσιες δομές υπό κατάρρευση, να μην αξιοποιεί το κράτος την ύπαρξη και άριστη λειτουργία των ιδιωτικών υποδομών εργαστηριακής ιατρικής, συνάπτοντας μαζί τους μία έντιμη και ξεκάθαρη σύμβαση, η οποία θα αντιμετωπίζει ισότιμα τα δύο μέρη και θα διασφαλίζει απαρέγκλιτα την τήρηση των συμφωνηθέντων όρων και η οποία, σε τελευταία ανάλυση, θα ωφελήσει πρωτίστως τους ασφαλισμένους του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και δευτερευόντως τους παρόχους, άρα θα ωφελήσει ολόκληρη την κοινωνία.

Μετά τιμής   
  Ο Πρόεδρος                                  Ο Γεν. Γραμματέας
Δρ Γεώργιος Βουγιούκας                         Ιωάννης Καραμηνάς
Ιατρός Ακτινολόγος                                  Βιοχημικός

Σχόλια