Οι ασθενείς «πληρώνουν» την περιστολή των δαπανών


Στα χρόνια του μνημονίου η είσοδος νέων, καινοτόμων φαρμάκων γίνεται μετ’ εμποδίων με αποτέλεσμα οι Έλληνες να έχουν υποβαθμιστεί σε αρκετές περιπτώσεις σε ασθενείς «β’ κατηγορίας», συγκριτικά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.


Η κρίση έβαλε την πρόληψη και την καινοτομία σε δεύτερο πλάνο. Από το 2010 και έπειτα οι ηγεσίες του υπουργείου Υγείας είχαν ένα και μόνο στόχο, μετά και από τις αυστηρές υποδείξεις των δανειστών της χώρας: την περιστολή των δαπανών.

Το φάρμακο μπήκε στον «κυκεώνα» των μεταρρυθμίσεων. Η τότε πολιτική ηγεσία επικαλέστηκε την ομολογουμένως γιγαντιαία φαρμακευτική ασφαλιστική δαπάνη στη χώρα μας, για να αιτιολογήσει τα μέτρα.

Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, το 2009 η δαπάνη των ασφαλιστικών ταμείων για την φαρμακευτική αγωγή των ασφαλισμένων εκτινάχτηκε στα 5,6 δισ. ευρώ. Ανερχόταν δηλαδή, στο 2,4% του ΑΕΠ (συνυπολογίζεται και η συμμετοχή των ασφαλισμένων), όταν την ίδια χρονιά στις χώρες του ΟΟΣΑ η φαρμακευτική δαπάνη δεν ξεπερνούσε κατά μέσο όρο το 1,5% του ΑΕΠ.

Το 2011, όταν πλέον το μνημόνιο είχε καθιερωθεί στις ζωές μας, η Ελλάδα είχε δεσμευτεί η δαπάνη να μην ξεπεράσει τα 2,8 δισ. ευρώ. Σήμερα, έχει πέσει στα 2 δισ. Μοιραία, στην οδό Αριστοτέλους και στον ΕΟΠΥΥ επεξεργάζονται σενάρια, ώστε να μην εκτροχιαστεί η δαπάνη από τα συμφωνηθέντα.

Στον πάγο για 2,5 χρόνια

Με επίκεντρο τη μείωση των δημόσιων δαπανών, στον «πάγο» μπήκαν και οι νέες θεραπείες για σοβαρές ή σπάνιες παθήσεις. Επί 2,5 ολόκληρα χρόνια η Ελλάδα έκλεισε ερμητικά τα σύνορα της στα νέα φάρμακα.

Η αιτία δεν ήταν άλλη από το υψηλό τους κόστος, που μοιραία θα φούσκωνε τον λογαριασμό. Έτσι, τεχνηέντως οι ηγεσίες του υπουργείου Υγείας έκλεισαν τα μάτια στην ευρωπαϊκή οδηγία, σύμφωνα με την οποία Δελτία Τιμών με τα καινούργια φάρμακα πρέπει να εκδίδονται κάθε 90 ημέρες.

Η συζήτηση μετατοπίστηκε στη χρήση των γενοσήμων (αντιγράφων) φαρμάκων, ως μέτρο κοινωνική δικαιοσύνης. Στελέχη της ηγεσίας επεσήμαναν σε κάθε ευκαιρία ότι η εξοικονόμηση πόρων είναι προαπαιτούμενο για πρόσβαση στην ακριβή καινοτομία.

Το 2013 πήραν τιμή 100 καινοτόμα φάρμακα, τα οποία ωστόσο δεν συμπεριλήφθηκαν στην θετική λίστα, με αποτέλεσμα να μην αποζημιώνονται από τα ασφαλιστικά ταμεία. Συνεπώς, μοναδική επιλογή των ασθενών ήταν να τα πληρώσουν από την τσέπη τους.

Πέρυσι, τα σύνορα της χώρας άνοιξαν για 74 νέες δραστικές ουσίες εκ των οποίων οι 38 εντάχθηκαν στη λίστα των Φαρμάκων Υψηλού Κόστους – που αφορούν σκευάσματα για σπάνιες και βαριές παθήσεις όπως είναι για παράδειγμα ο καρκίνος και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Αισίως, τα καινοτόμα αυτά σκευάσματα εισήχθησαν στην θετική λίστα, με αποτέλεσμα οι πολίτες να λαμβάνουν δωρεάν τη θεραπεία τους.

Πάντως, ενδεικτικό των καθυστερήσεων σε ό,τι αφορά την είσοδο καινοτόμων θεραπειών στη χώρα μας είναι το γεγονός ότι από τον Οκτώβριο του 2014 εκκρεμεί μία νέα λίστα καινούργιων φαρμάκων, τα οποία δεν έχουν λάβει τιμή και άρα «εισιτήριο» για να κυκλοφορήσουν στην εγχώρια αγορά. Μεταξύ αυτών καινοτόμα σκευάσματα κατά της ηπατίτιδας C, κατά της σκλήρυνσης κατά πλάκας, αντιδιαβητικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της ελκώδης κολίτιδας (νόσος Crohn) κτλ.

Στόχος διμερής συμφωνία για τις τιμές των ογκολογικών

«Το υψηλό κόστος των αντικαρκινικών φαρμάκων, οι διεθνείς τιμές των οποίων έχουν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα» τόνισε πρόσφατα ο υπουργός Υγείας, Παναγιώτης Κουρουμπλής, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου.

Ο ίδιος επεσήμανε ότι η νέα κυβέρνηση θα αγωνιστεί μαζί με τους ασθενείς, τους συγγενείς τους, τους επαγγελματίες της Υγείας αλλά και όλο τον ελληνικό λαό για το αυτονόητο. «Το θεμιτό ποσοστό της εταιρικής κερδοφορίας καθορίζεται από την πρώτιστη κοινωνική ανάγκη, που δεν είναι άλλη από τη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» κατέληξε ο κ. Κουρουμπλής.

Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Υγείας διευκρίνισε στα «ΝΕΑ» ότι ψηλά στην αντζέντα των συζητήσεων με τους εκπροσώπους της φαρμακοβιομηχανίας, είναι η διμερής συμφωνία ενός ειδικού καθεστώτος, σε ό,τι αφορά τις τιμές των αντικαρκινικών φαρμάκων.

Μάλιστα, όπως ο ίδιος επισημαίνει, η χώρα μας βρίσκεται σε κρίση, συνεπώς εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία η ηγεσία του Υπουργείου θα αναγκαστεί να καταφύγει σε έκτακτα μέτρα, όπως είναι η υποχρεωτική αδειοδότηση φαρμάκων. Πρόκειται για «παραθυράκι» που ανοίγει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου «σε χώρες που βρίσκονται σε ανθρωπιστική κρίση, δίνοντας τους τη δυνατότητα μέσω μίας συγκεκριμένης διαδικασίας να σπάσουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πατενταρισμένων φαρμάκων, για την παραγωγή φθηνότερων», εξηγεί ο κ. Κουρουμπλής. Και επικαλείται το παράδειγμα της Ινδίας με τα φάρμακα του AIDS.

Στο μεταξύ, δρομολογείται η άμεση ενεργοποίηση επιτροπής αξιολόγησης στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, ευθύνη της οποίας θα είναι η αξιολόγηση του θεραπευτικού οφέλους των νέων φαρμάκων που εισάγονται στην ελληνική αγορά σε σχέση με το κόστος τους.

Παράλληλα, προωθείται και η σύσταση επιτροπής διαπραγμάτευσης στον ΕΟΠΥΥ, ώστε να επιτευχθούν «εκπτώσεις» σε ακριβές θεραπείες, πρακτική που αποτελεί κανόνα στο εξωτερικό.

«Κοιτάνε το κόστος, όχι τους ασθενείς»

«Αν δεν αλλάξουμε πολιτική στην αντιμετώπιση της ηπατίτιδας C, μέσα στα 10-15 επόμενα χρόνια θα χαθούν χιλιάδες άνθρωποι εξαιτίας της».

Την δυσοίωνη αυτή πρόβλεψη κάνει ο κ. Γιώργος Καλαμίτσης, πρόεδρος του Συλλόγου Ασθενών Ήπατος «Προμηθέας», ο οποίος εκ της θέσεώς του ζει από πρώτο χέρι τις συνέπειες από την ελλιπή πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.

«Διαγνώστηκα σε τυχαίο τσεκ απ το 2000, στα 20 μου χρόνια, αλλά περίμενα επτά χρόνια πριν αρχίσω θεραπεία διότι ο συνδυασμός φαρμάκων που υπήρχε τότε, και ο οποίος εξακολουθεί να προσφέρεται ως πρώτη γραμμή θεραπείας στους ασθενείς, είχε τρομερές παρενέργειες», λέει. «Μόλις άρχισα την θεραπεία, κατέρρευσα. Ήμουν ένας νέος άνθρωπος και ενεργός πολίτης, γυμναζόμουν και είχα πολύ δραστήρια ζωή και βρέθηκα ξαφνικά με πυρετούς, ακραία κούραση και αϋπνία που κρατούσε επί εβδομάδες, με σπασμένα νεύρα και κατάθλιψη.

»Έπρεπε να κάνω μία ένεση την εβδομάδα και να παίρνω καθημερινά χάπια για 48 εβδομάδες, αλλά στο τέλος πήγα στον γιατρό μου τα τελευταία φάρμακα και του είπα “συγνώμη, δεν θα συνεχίσω”. Είπα μέσα μου πως ανεξάρτητα από την έκβαση της θεραπείας, εγώ δεν θα την ξανακάνω. Και να φανταστείτε πως ήμουν από τους τυχερούς, διότι δεν έκανα απόπειρα αυτοκτονίας ούτε έβγαλα ψύχωση όπως πολλοί άλλοι σαν κι εμένα».

Το χειρότερο είναι πως «οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μόλις 30% και το γεγονός ότι απαλλάχθηκα από τον ιό ήταν σχεδόν θαύμα». Δυστυχώς, όμως, «την ίδια θεραπεία δίνουν σήμερα στους ασθενείς και μόνο όταν αποτύχει ή χειρότερα ακόμα όταν φτάνουν κοντά στην κίρρωση τούς δίνουν τα νέα, εξελιγμένα φάρμακα που έχουν ποσοστό επιτυχίας πάνω από 98% και εκριζώνουν τη νόσο μέσα σε τρεις μήνες.

»Τους περιορισμούς αυτούς έχουν θέσει καθαρά για λόγους κόστους ο ΕΟΠΥΥ και ο ΕΟΦ, δίχως να νοιάζονται για τις συνέπειες που θα έχει στους ασθενείς. Αυτό είναι επιεικώς τραγικό και απαράδεκτο».

Παγκόσμιος προβληματισμός

Η προσβασιμότητα στις νέες θεραπείες, αλλά και η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, προκαλεί παγκοσμίως μεγάλο προβληματισμό, διότι κατά κανόνα ηκαινοτομία κοστίζει ακριβά.

Ενδεικτικό είναι το άρθρο-έκκληση που δημοσιεύτηκε το 2013 στην επιστημονική επιθεώρηση «Blood». Ογκολόγοι, αιματολόγοι και παθολόγοι από διάφορες χώρες του κόσμου συνασπίστηκαν χαρακτηρίζοντας τις τιμές σε συγκεκριμένα σκευάσματα «υπερβολικές και αδικαιολόγητες».

Είχαν προηγηθεί δύο ακόμη αντίστοιχες καταγγελίες: τον Ιούλιο του 2012 δημοσιεύθηκε στην ιατρική επιθεώρηση «Oncology Practice» άρθρο σύμφωνα με το οποίο ασθενείς στις ΗΠΑ στερούνται πολύτιμες για την υγεία τους θεραπείες λόγω του υψηλού τους κόστους.

Αντίστοιχα, αυστραλοί συνάδελφοι τους, σε αντίστοιχο δημοσίευμά τους στο «Internal Medicine Journal» επεσήμαναν ότι η δαπάνη για αντικαρκινικά φάρμακα στη χώρα έχει αυξηθεί κατακόρυφα από το 2000 έως το 2012, επιβαρύνοντας δραματικά το σύστημα Υγείας.

Από την πλευρά της η φαρμακοβιομηχανία επισημαίνει ότι κάθε νέο φάρμακο, για να κυκλοφορήσει στην αγορά, απαιτεί την αξιολόγηση 5 έως 10 χιλιάδων πιθανών δραστικών ουσιών και περί τα 12-15 χρόνια ερευνητικής προσπάθειας.

Και σημειώνει ότι μόνο το 20% των νέων φαρμάκων που είναι σε έρευνα παίρνουν τελικά άδεια κυκλοφορίας, ενώ από αυτά, μόνο το 1 στα 5 θα έχει εμπορική επιτυχία. Και καταλήγουν ότι έτσι εξηγείται γιατί κάθε φάρμακο που θα κυκλοφορήσει έχει ένα κόστος επένδυσης που ξεπερνά το 1,2 δισ. ευρώ.

ΠΗΓΗ: Μάρθα Καϊτανίδη ΤΑ ΝΕΑ Ειδική έκδοση ΥΓΕΙΑ

Σχόλια