Το πλαίσιο λειτουργίας των ιδιωτικών
ιατρείων στην Ελλάδα ήταν σημαντικά διαφορετικό έως και το 2011.
Με το Π.Δ. 84/2001, η άδεια
λειτουργίας ενός ιδιωτικού ιατρείου χορηγείτο από τη Διεύθυνση Υγείας και
Δημόσιας Υγιεινής της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, μετά από γνωμοδότηση
της αρμόδιας επιτροπής ελέγχου και εποπτείας ιατρείων και διαγνωστικών εργαστηρίων.
Το ίδιο κανονιστικό πλαίσιο περιείχε
έναν ιδιαίτερα σημαντικό περιορισμό: κάθε ιατρός ή ιατρική εταιρεία μπορούσε
να είναι δικαιούχος μίας μόνο άδειας λειτουργίας φορέα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας
Υγείας. Παράλληλα, η έδρα του φορέα συνδεόταν με την περιφέρεια του οικείου
Ιατρικού Συλλόγου.
Την περίοδο 2011–2012 το τοπίο άρχισε
να μεταβάλλεται ουσιαστικά. Ο Ν. 3919/2011, στο πλαίσιο της αρχής της
επαγγελματικής ελευθερίας, εισήγαγε ένα νέο καθεστώς ως προς τους περιορισμούς
στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων. Στη συνέχεια μεταβλήθηκε και το
σύστημα αδειοδότησης και εποπτείας των ιδιωτικών φορέων ΠΦΥ, με σημαντικές
σχετικές αρμοδιότητες να περνούν στους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους.
Η μεταβολή αυτή δεν πρέπει να
αντιμετωπίζεται απλώς ως μία διοικητική μεταφορά φακέλων και αρμοδιοτήτων από
τις υπηρεσίες της Πολιτείας στους Ιατρικούς Συλλόγους. Συνδυάστηκε με μία
ευρύτερη απελευθέρωση της επαγγελματικής εγκατάστασης και με τη δυνατότητα
ανάπτυξης περισσότερων επαγγελματικών εγκαταστάσεων και φορέων Πρωτοβάθμιας
Φροντίδας Υγείας.
Παράλληλα, στο παλαιότερο θεσμικό
πλαίσιο των Ιατρικών Συλλόγων υπήρχε η ρητή αρχή ότι «ουδείς ιατρός δύναται
να είναι συγχρόνως μέλος δύο Ιατρικών Συλλόγων».
Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα της
άσκησης της ιατρικής είναι πολύ πιο σύνθετη. Ένας ιατρός μπορεί να
δραστηριοποιείται επαγγελματικά σε περισσότερες από μία περιοχές, να παρέχει
υπηρεσίες σε διαφορετικούς φορείς και να αναλαμβάνει επιστημονικές ευθύνες σε
δομές που βρίσκονται ακόμη και σε διαφορετικές πόλεις.
Ταυτόχρονα, η νομοθεσία έχει
επιτρέψει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την ανάπτυξη φορέων Π.Φ.Υ. από
νομικά πρόσωπα (και από μη ιατρούς!), με την υποχρέωση ορισμού του κατάλληλου επιστημονικά υπευθύνου
ιατρού για τις αντίστοιχες ιατρικές υπηρεσίες.
Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται ένα
σοβαρό ζήτημα εποπτείας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος
εμφανίζεται στα έγγραφα ως ιδιοκτήτης ενός φορέα ή ποιος έχει δηλωθεί ως
επιστημονικά υπεύθυνος.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
Ποιος βρίσκεται πραγματικά μέσα στο
ιατρείο; Ποιος εξετάζει τον ασθενή; Ποιος εκτελεί την ιατρική πράξη; Και
βρίσκεται πράγματι ο επιστημονικά υπεύθυνος ιατρός εκεί όπου —και κατά τον
χρόνο που— δηλώνεται ότι βρίσκεται;
Η επιστημονική ευθύνη δεν μπορεί να
αποτελεί μία απλή τυπική καταχώρηση σε έναν διοικητικό φάκελο. Προϋποθέτει
πραγματική άσκηση εποπτείας και την απαιτούμενη παρουσία για τη νόμιμη και
ασφαλή λειτουργία του φορέα.
Άλλωστε, στο ισχύον κανονιστικό
πλαίσιο προβλέπεται ότι η παρουσία του επιστημονικά υπευθύνου ιατρού ή του
νομίμου αντικαταστάτη του κάθε φορέα ή τμήματος φορέα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας
Υγείας είναι υποχρεωτική καθ’ όλο το ωράριο λειτουργίας του (ΦΕΚ
Α’ 16/01.02.2021 άρθρο 38 παρ 1).
Κάθε Ιατρικός Σύλλογος γνωρίζει
πρωτίστως τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί στην περιοχή αρμοδιότητάς του διότι στον
σχετικό φάκελο κατατίθενται, μεταξύ άλλων, στοιχεία και υπεύθυνες δηλώσεις που
αφορούν τις ημέρες και τις ώρες παρουσίας και, κατ’ επέκταση, τη νόμιμη
λειτουργία του φορέα.
Το ζήτημα, όμως, περιπλέκεται όταν ο
ίδιος ιατρός δραστηριοποιείται και σε άλλη περιοχή της χώρας.
Διότι σήμερα δεν υπάρχει ένα
ολοκληρωμένο, ενιαίο και σε πραγματικό χρόνο ενημερωμένο πανελλαδικό σύστημα,
στο οποίο να αποτυπώνεται συνολικά η επαγγελματική δραστηριότητα κάθε ιατρού:
το κύριο ιατρείο του, τυχόν πρόσθετες επαγγελματικές εγκαταστάσεις, οι φορείς
ΠΦΥ στους οποίους παρέχει υπηρεσίες, οι θέσεις επιστημονικής ευθύνης που έχει
αναλάβει και τα αντίστοιχα δηλωμένα ωράρια.
Αυτό δημιουργεί ένα προφανές εποπτικό
κενό.
Εάν ένας ιατρός εμφανίζεται ως
επιστημονικά υπεύθυνος ή ως παρέχων υπηρεσίες σε περισσότερους φορείς, ένα
σύγχρονο σύστημα εποπτείας θα πρέπει να μπορεί αυτομάτως να ελέγχει εάν οι
δηλωμένες ημέρες και ώρες παρουσίας του είναι μεταξύ τους συμβατές.
Δεν μπορεί το 2026 να μην είμαστε σε
θέση να διαπιστώσουμε ηλεκτρονικά εάν ο ίδιος ιατρός εμφανίζεται ότι βρίσκεται
την ίδια ημέρα και ώρα σε δύο διαφορετικά ιατρεία — ενδεχομένως ακόμη και σε
δύο διαφορετικές πόλεις της χώρας.
Ένα σύστημα που δεν μπορεί να
εντοπίσει ούτε μία τόσο προφανή χρονική και γεωγραφική ασυμβατότητα είναι εκ
των πραγμάτων ελλιπές ως προς την εποπτική του λειτουργία.
Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς
διοικητικό ή δεοντολογικό.
Είναι πρωτίστως ζήτημα ασφάλειας
των ασθενών, διαφάνειας, ισονομίας και υγιούς ανταγωνισμού.
Ο ιατρός που λειτουργεί πραγματικά το
ιατρείο του, βρίσκεται σε αυτό κατά το δηλωμένο ωράριο, τηρεί τις νόμιμες
προϋποθέσεις λειτουργίας και αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη των ιατρικών
πράξεων που πραγματοποιούνται στον χώρο του δεν μπορεί να βρίσκεται σε
μειονεκτική θέση απέναντι σε επιχειρηματικά σχήματα που έχουν τη δυνατότητα να
αναπτύσσουν δίκτυα πολλαπλών εγκαταστάσεων, χωρίς παράλληλα να υφίσταται ένας
αποτελεσματικός κεντρικός μηχανισμός ελέγχου της πραγματικής ιατρικής παρουσίας
και της επιστημονικής ευθύνης.
Η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα μπορεί
να είναι συγκεκριμένη και απολύτως εφαρμόσιμη:
Ενιαίο Εθνικό Μητρώο Ιδιωτικών
Ιατρείων και Φορέων ΠΦΥ
Χρειάζεται η δημιουργία ενός Ενιαίου
Εθνικού Μητρώου Ιδιωτικών Ιατρείων και Φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας,
διασυνδεδεμένου με όλους τους Ιατρικούς Συλλόγους της χώρας, τον Πανελλήνιο
Ιατρικό Σύλλογο και το Υπουργείο Υγείας.
Σε αυτό, κάθε ιατρός θα αποτελεί μία
μοναδική οντότητα και θα αποτυπώνεται συνολικά η επαγγελματική του
δραστηριότητα.
Θα πρέπει να καταγράφονται το κύριο
και τα πρόσθετα ιατρεία του, όλοι οι φορείς Π.Φ.Υ. στους οποίους παρέχει
υπηρεσίες, κάθε θέση επιστημονικής ευθύνης που έχει αναλάβει, καθώς και οι
αντίστοιχες ημέρες και ώρες παρουσίας.
Το σύστημα θα μπορούσε να
πραγματοποιεί αυτοματοποιημένο έλεγχο χρονικών και γεωγραφικών ασυμβατοτήτων,
ώστε να επισημαίνεται —ή, όπου το θεσμικό πλαίσιο το επιτρέπει, να μην γίνεται
καν αποδεκτή— η δήλωση φυσικής παρουσίας του ίδιου ιατρού σε δύο διαφορετικούς
χώρους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Η τεχνολογία για να γίνει αυτό
υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Εκείνο που απαιτείται είναι η θεσμική
απόφαση για τη δημιουργία ενός πραγματικού μηχανισμού πανελλαδικής εποπτείας.
Τι σημαίνει όμως «ιατρείο» ανά
ειδικότητα;
Υπάρχει και μία ακόμη παράμετρος που
αξίζει να ανοίξει ως θεσμική συζήτηση: οι ελάχιστες προδιαγραφές εξοπλισμού
ενός ιδιωτικού ιατρείου ανά ιατρική ειδικότητα και ανάλογα με τις πράξεις που
δηλώνεται ότι παρέχει.
Η χορήγηση βεβαίωσης λειτουργίας δεν
θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα καταλληλότητας του χώρου
και εκπλήρωσης γενικών διοικητικών προϋποθέσεων.
Θα πρέπει να εξεταστεί η καθιέρωση,
ανά ειδικότητα και αντικείμενο, ενός ελάχιστου συνόλου βασικού
ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού που να ανταποκρίνεται στις υπηρεσίες που δηλώνεται
ότι παρέχει το συγκεκριμένο ιατρείο.
Για παράδειγμα, αξίζει να συζητηθεί
ποιος είναι ο ελάχιστος αναγκαίος εξοπλισμός ώστε ένας χώρος να λειτουργεί ως
καρδιολογικό, παθολογικό, πνευμονολογικό ή άλλης ειδικότητας ιατρείο και να
παρέχει συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις.
Οι απαιτήσεις αυτές, ασφαλώς, δεν
μπορούν να καθορίζονται αυθαίρετα. Πρέπει να προσδιορίζονται επιστημονικά από
τα αρμόδια θεσμικά και επιστημονικά όργανα, με κριτήριο την ειδικότητα, το
αντικείμενο και κυρίως τις πράξεις και τις υπηρεσίες που δηλώνεται ότι
παρέχονται.
Επαγγελματική ελευθερία με κανόνες
και διαφάνεια.
Η απελευθέρωση της επαγγελματικής
δραστηριότητας δεν μπορεί να σημαίνει απουσία εποπτείας.
Αντιθέτως, όσο περισσότερο
διευρύνονται οι δυνατότητες πολλαπλής επαγγελματικής εγκατάστασης και ανάπτυξης
δικτύων παροχής υπηρεσιών υγείας, τόσο ισχυρότερο, διαφανέστερο και περισσότερο
ψηφιοποιημένο πρέπει να είναι το σύστημα ελέγχου.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο
θεσμικό πλαίσιο που να μπορεί να γνωρίζει ποιος ιατρός εργάζεται, πού
εργάζεται, με ποια ιδιότητα, ποιες ημέρες και ώρες και με ποια επιστημονική
ευθύνη.
Και τελικά, όταν ένας πολίτης βλέπει
την πινακίδα ενός ιατρείου, πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ότι πίσω από αυτήν δεν
υπάρχει απλώς μία επωνυμία, μία εταιρεία ή ένα όνομα καταχωρημένο σε έναν
φάκελο.
Υπάρχει ένας συγκεκριμένος ιατρός.
Με πραγματική παρουσία.
Με συγκεκριμένη επιστημονική ευθύνη.
Και με ευθύνη απέναντι στον ασθενή.
Δεν πρόκειται για περιορισμό της
επαγγελματικής ελευθερίας.
Πρόκειται για την αναγκαία προϋπόθεση
ώστε η επαγγελματική ελευθερία να συμβαδίζει με την ιατρική ευθύνη, τη
διαφάνεια, την ασφάλεια του ασθενούς, την ισονομία και τον υγιή ανταγωνισμό.
Γιατί τελικά το ερώτημα είναι απλό:
Ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από
την πινακίδα ενός ιατρείου;
Το 2026, η Πολιτεία, οι Ιατρικοί
Σύλλογοι και —πρωτίστως— ο ασθενής πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν την απάντηση.
Ηλίας Ι. Τσέρκης
Πρόεδρος Πειθαρχικού
Συμβουλίου Ιατρικού Συλλόγου Ρόδου
Εκλεγμένος Εκπρόσωπος Ι.Σ.Ρ.
στην Γενική Συνέλευση του Π.Ι.Σ.
Τέως Πρόεδρος Δ.Σ. Ι.Σ.Ρ.







